Η θεωρία των συγκρούσεων στη κοινωνική θεωρία αναπτύχθηκε στον αντίποδα των θεωριών της συνοχής που βασιζόταν στην άποψη ότι τα κοινωνικά συστήματα θεμελιώνονται με έμφαση τη κοινωνική ισορροπία σε όρους συνεργασίας μεταξύ των μερών του κοινωνικού συστήματος, τονίζοντας λιγότερο τη σύγκρουση και περισσότερο τη κοινωνική συνοχή. Αντίθετα, οι θεωρίες της σύγκρουσης θεμελιώνονται στους όρους του συμφέροντος και της εξουσίας και υποστηρίζουν ότι τα αντιθετικά συμφέροντα είναι αυτά που θεμελιώνουν τη κοινωνική ζωή. Επομένως, αντί για συνοχή και ισορροπία, προκύπτει ο αποκλεισμός, η ανισότητα με αποτέλεσμα εντάσεις και συγκρούσεις να καταλαμβάνουν το πεδίο της κοινωνικής στρωμάτωσης.Ο Ralf Dahrendorf (Ράλφ Ντάρεντορφ) αποτελεί μια από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της θεωρίας των συγκρούσεων. Αν και εξαιρετικά επικριτικός στην έννοια της συναίνεσης που χειρίστηκε ο Τalcott Parsons, εν τούτοις, όπως επισημαίνουν οι G.Ritzer και B.Smart, προσανατόλισε τη θεωρία σε μια ισορροπία ανάμεσα στους όρους της σύγκρουσης και της συναίνεσης υποστηρίζοντας πως ήταν δυνατόν να ενσωματωθούν κάποιες από τις ιδέες του Μάρξ στη θεωρία του δομικού λειτουργισμού (G.Ritzer and B. Smart, 2003:146-147). Παρ’ όλα αυτά, προτιμάει να αποφεύγει τον όρο συναίνεση και στη θέση του χρησιμοποιεί περισσότερο τον όρο ολοκλήρωση (H. Andersen και L.Β.Kaspersen, 2000:255). Ο λόγος είναι, όπως επισημαίνει ο Ian Graib, πως ο Ντάρεντορφ ενώ αποδίδει έμφαση στο στοιχείο της σύγκρουσης, ταυτόχρονα κάνει λόγο για συνεχείς διαφοροποιήσεις και μετασχηματισμούς που από τη φύση τους καθιστούν το ενδεχόμενο της σύγκρουσης όλο και λιγότερο πιθανό (I.Graib, 2000:114).
Εδώ επισημαίνεται και η απόσταση του Ντάρεντορφ από τη θεωρία του Μάρξ, η οποία στην ουσία αποτέλεσε τη βάση της θεωρίας των συγκρούσεων στη κοινωνική θεωρία. Ο Μάρξ τόνιζε ότι κοινωνικοί αγώνες είχαν υλική βάση και δε θα μπορούσαν να επιλυθούν παρά μονάχα μέσα από διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού. Αντίθετα, άλλοι θεωρητικοί της θεωρίας της σύγκρουσης, ανάμεσα τους και ο Ντάρεντορφ, διαφοροποιήθηκαν διατείνοντας πως οι ρίζες των κοινωνικών αγώνων ήταν τόσο υλικές όσο και κανονιστικές και ως εκ τούτου, τα συμφέροντα των ανταγωνιζόμενων κοινωνικών ομάδων μπορούσαν να συμφιλιωθούν δίχως απαραίτητα να μετασχηματίσουν τα θεμελιώδη στοιχεία της κοινωνίας (G.Ritzer and B. Smart, 2003:146).
Η κανονιστική ερμηνεία του Ντάρεντορφ, εκκινεί από τον τρόπο που η δύναμη και η εξουσία κατανέμονται σε μια κοινωνία και όχι από τη θέση που κατέχει το άτομο στη παραγωγική διαδικασία, όπως παραδοσιακά υποστηρίζει η μαρξιστική θεωρία της τάξης. Ο λόγος είναι ότι στις σύγχρονες κοινωνίες – ο Ντάρεντορφ τις χαρακτηρίζει μετα-καπιταλιστικές – η αποσύνθεση του κεφαλαίου και της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής ανάπτυξης, έχει επιφέρει ένα πλουραλισμό ρόλων και συμφερόντων (Α.Μοσχονάς, 1998:59, B. Mullan, 1987:35).
Από τη μία, η ανάπτυξη της τεχνολογίας διαχώρισε την ιδιοκτησία από τον έλεγχο με την εμφάνιση των διευθυντών. Από την άλλη, η ώθηση των υπηρεσιών και η εξειδίκευση του εργάτη αφορούσε σ’ ένα μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης, με αποτέλεσμα να επιφέρει μια στρωματοποίηση στο εργασιακό περιβάλλον. Ο Α.Μοσχονάς τονίζει πως «η ιεραρχική κατάταξη με κριτήριο την ειδίκευση αντιστοιχεί σε μια ιεραρχία ευθυνών και εξουσίας και έτσι άμεσα σχετίζεται με μια ιεραρχία γοήτρου». Σε αυτό το σημείο καταλήγει τονίζοντας ότι δημιουργείται με τον τρόπο αυτό ένας πλουραλισμός ομάδων με διαφορετική ειδίκευση και άρα με διαφορετικά συμφέροντα, με αποτέλεσμα να αναπαράγεται ένας πλουραλισμός συγκρούσεων (Α.Μοσχονάς, 1998:61)
Αυτή η νέα συνθήκη απαξίωσε το ορισμό της τάξης που είχε δώσει ο Μάρξ ανάλογα με τη θέση του ατόμου στη παραγωγική διαδικασία και δόθηκε προτεραιότητα στον ορισμό και περιγραφή της εξουσίας. Τώρα πια, η εξουσία συνδέεται με την κοινωνική θέση ή τον κοινωνικό ρόλο, εκφράζει μια νόμιμη σχέση κυριαρχίας και υποταγής ενώ πλέον η εξουσία γίνεται το μοναδικό κριτήριο για το σχηματισμό τάξεων (Α.Μοσχονάς, 1998:62).
Έτσι, ο Ντάρεντορφ κάνει λόγο για ανταγωνισμό ανάμεσα σε ομάδες συμφερόντων μέσα από θεσμοθετημένες διαδικασίες που δεν στοχεύουν στην υπέρβαση του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος (Α.Μοσχονάς, 1998:6). Σ’ αυτόν τον νομιμοποιημένο ανταγωνισμό, εκείνοι που βρίσκονται στις ανώτερες θέσεις της εξουσίας πασχίζουν να διατηρηθούν, ενώ εκείνοι βρισκόμενοι στις κατώτερες θέσεις αγωνίζονται για να αναρριχηθούν στην ιεραρχία (M. Slattery, 2003:80). O M.Slattery, τονίζει επιπλέον αυτή η σύγκρουση συμφερόντων παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα λανθάνουσα, ενώ εκδηλώνεται όταν αμφισβητείται η νομιμότητα της εξουσίας.
ΒιβλιογραφίαΑ.Μοσχονάς, Τάξεις και στρώματα στις σύγχρονες κοινωνίες: Ερμηνευτικές προσεγγίσεις, τ.α’, Εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ 1998 B. Mullan, Sociologists on sociology, Routledge 1987G.Ritzer and B. Smart, Handbook of social theory, SAGE Publications 2003H. Andersen and L.B. Kaspersen, Classical and modern social theory,Wiley-Blackwell 2000
Ian Graib, Σύγχρονη κοινωνική θεωρία: Απο τον Πάρσονς στον Χάμπερμας, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2000
M. Slattery, Key ideas in sociology, Nelson Thornes Ltd 2003
J.Joseph, Social theory: conflict, cohesion and consent, Edinburgh University Press 2003
R. Wallace and A. Wolf, Contemporary Sociological Theory: Expanding the Classical Tradition, Prentice Hall 1995
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Welcome to the revolution" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
