Ο Βρασίδας μας είχε μπει στο ρουθούνι.
Εμφανίσθηκε στο ελαφρολαϊκό ποπ στερέωμα με κάτι μελοτράγουδα και κάτι κολλητά χρωματιστά λαμέ που δεν τα άντεχε ο οργανισμός μας.
Για ευνόητους λόγους επέλεξε το όνομα «Δάκης» που ήταν πιο τραβηχτικό για τα κοριτσόπουλα και τους χλεχλέδες της εποχής.
Του την φυλάγαμε.
Περιμέναμε υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή.
Το μίσος μας για το στερεότυπο αυτό ήταν μεγαλύτερο από αυτό του Μπιλ (Λάντεν) για τους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές.
Ακούγαμε «Δάκης» και μας έπιανε τρεμούλα.
Ώσπου ξαφνικά στο τέλος της Ανοίξεως (που κλείνουν τα σχολεία) εμφανίζονται αφίσες για μια και μοναδική συναυλία του Δάκη σε συνοικιακό κινηματογράφο.
Καλύτερη ευκαιρία δεν θα μπορούσε να υπάρξει.
Διεκόπησαν πάραυτα οι εχθροπραξίες με τις συμμορίες της Άνω Νέα Σμύρνης και της Άνω Δάφνης και συναντήθηκαν οι οπλαρχηγοί για να οργανώσουν την "επιχείρηση".
Αγοράστηκαν εισιτήρια (για αυτούς που δεν είχαν λεφτά) και έγινε ο απαραίτητος εφοδιασμός των δυνάμεων μας με γιαούρτια και αυγά.
Μέχρι την Τετάρτη είχαν κανονισθεί και οι τελευταίες λεπτομέρειες.
Και ενώ όλα ήταν έτοιμα, ξαφνικά ανακοινώνεται ότι για κάποιους λόγους δεν θα εμφανισθεί ο ίδιος και στην θέση του θα τραγουδήσει ένα άλλο νεοανερχόμενο αστέρι του λαϊκού ποπ στερεώματος ονόματι Φίλιππος Νικολάου.
Ο απόλυτος πανικός!
Το στερεότυπο ήταν περίπου το ίδιο αλλά εδώ δεν ξέραμε το βασικό σουξέ προκειμένου να συντονίσουμε τις δυνάμεις μας ώστε να πέσουν τα γιαούρτια.
Ρωτώντας από δώ και από κει, μαθαίνουμε για ένα νέο του σουξέ που έκανε θραύση με τίτλο «Μεγιεμελέ».
Εδώ είμαστε!
Θα σκορπίζαμε μέσα στο σινεμά και στο τρίτο «μεγιεμελέ» θα άρχιζε η εκτόξευση από διαφορετικές κατευθύνσεις .
Έφτασε το Σάββατο και έξω από το σινεμά μας περίμεναν οι κλούβες.
Κάποιος μας κάρφωσε.
Όποιον έβλεπαν με σακουλάκι τον μπαγλάρωναν.
Καταλήξαμε στο τμήμα να τρώμε φάπες μέχρι τα ξημερώματα.
Πέρασαν πολλά χρόνια και ενώ βρισκόμουν σε ένα Μπαρ νάσου και μέσα στο μισοσκόταδο βλέπω να μπαίνει μια παρέα καλοστεκούμενοι ασπρομάλληδες.
Συναντώνται τα βλέμματα μας και μου χαμογελάει ο πρώτος.
Κάτι μου θύμιζε.
Απλώνω το χέρι και το χαιρετάω.
Πάγωσα!
Ο Δάκης!
-«Δεν είναι δυνατόν!» Ψιθυρίζω.
-«Τι πράγμα;» μου λέει χαμογελώντας συνεσταλμένα.
-«Που να σου εξηγώ» του απάντησα.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Il Trovatore" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
