

Είναι σχεδόν αδύνατο να περιγράψω τη σημασία αυτού του έργου. θα αρκεστώ στο να πω ότι είναι σαν ο Χ. Λ. Μπόρχες να περιγράφει τον καθημερινό μυστικισμό της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας/ Ρωμανίας. Χωρίς επιτηδεύσεις και ψευτοδιανοουμενίστικα τερτίπια είναι ένα γνήσιο, αληθινό, μοναδικό και δαιδαλώδες δημιούργημα.
Θα παραθέσω ένα από τα λήμματα αυτού του λεξικού/ μυθιστορήματος.
ΚΥΝΗΓΟΙ ΟΝΕΙΡΩΝ – Αίρεση Χαζάρων ιερωμένων που προστάτιδα τους ήταν η πριγκίπισσα Ατέχ. Είχαν την ικανότητα να διαβάζουν τα ξένα όνειρα, να κατοικούν μέσα τους, όπως στο σπίτι τους, και να κυνηγούν ορμώντας μέσα απ’ αυτά το αγρίμι που τους υπέδειξαν – άνθρωπο, πράγμα ή ζώο. Η παρατήρηση ενός από τους πιο ηλικιωμένους κυνηγούς ονείρων έχει διαφυλαχτεί και λέει: «Στο όνειρο νιώθουμε όπως το ψάρι στο νερό. Κατά καιρούς αναδυόμαστε από το όνειρο, ρίχνουμε μια ματιά στον κόσμο στην ακτή, αλλά ξανά βυθιζόμαστε βιαστικά και με απληστία, επειδή νιώθουμε καλά μόνο στα βάθη. Σ’ αυτές τις σύντομες αναδύσεις μας στη στεριά παρατηρούμε ένα παράξενο πλάσμα, πιο οκνηρό από μας, συνηθισμένο να αναπνέει με διαφορετικό τρόπο από μας και κολλημένο με όλο του το βάρος στη στεριά του, αλλά επίσης στερημένο από τις ηδονές μέσα στις οποίες εμείς ζούμε όπως στο ίδιο μας το σώμα. Γιατί εδώ κάτω η ηδονή και το σώμα είναι αξεχώριστα και είναι ένα και το αυτό. Αυτό το πλάσμα έξω, αυτό είμαστε επίσης εμείς, αλλά εμείς σ’ ένα εκατομμύριο χρόνια και ανάμεσα σε μας και αυτό, πέρα από τα χρόνια υπάρχει και η φοβερή ατυχία που γκρεμίστηκε πάνω σ’ αυτό το πλάσμα έξω, αφού διαχώρισε το σώμα από την ηδονή….» Ένας από τους πιο φημισμένους αναγνώστες ονείρων, σύμφωνα με την παράδοση, ονομαζόταν Μοκαντάσα αλ-Σάφερ. Εκείνος κατάφερε να διεισδύσει βαθύτερα στο μυστικό, πέτυχε να δαμάσει τα ψάρια σε ξένα όνειρα, να ανοίξει την πόρτα σε όνειρα άλλων, να καταδυθεί στα όνειρα βαθύτερα από οποιονδήποτε, πριν από εκείνον, μέχρι τον Θεό, γιατί στο βυθό κάθε ονείρου κείται ο Θεός. Αλλά τότε του συνέβη να μην μπορεί πια να διαβάσει όνειρα. Σκεφτόταν για πολύ καιρό ότι έφτασε στην κορυφή και ότι δεν μπορεί να προχωρήσει παραπέρα σ΄αυτή τη μυστική τέχνη. Σ΄αυτόν που φτάνει ως την άκρη του δρόμου, ο δρόμος πια δεν του είναι απαραίτητος, γι΄αυτό και δεν του δείχνεται. Αλλά οι γύρω του δεν σκέφτονταν το ίδιο. Αυτοί μια φορά εμπιστεύτηκαν την υπόθεση στην πριγκίπισσα Ατέχ κι εκείνη τότε τους εξήγησε την περίπτωση του Μοκαντάσα αλ-Σάφερ: Μια φορά το μήνα, στη γιορτή του άλατος, οι οπαδοί του Χαζάρου Χαγάνου αγωνίζονται για τη ζωή ή το θάνατο στα προάστια των τριών πρωτευουσών μας, εναντίον σας, των οπαδών και προστατών μου. Όταν πέφτει η νύχτα, τη στιγμή που θάβουμε τους νεκρούς του στους εβραϊκούς, αραβικούς ή ελληνικούς, ενώ τους δικούς μου στους χαζαρικούς τάφους, ο Χαγάνος ανοίγει αθόρυβα τη χάλκινη πόρτα του υπνοδωματίου μου κρατώντας κερί που η φλόγα του μυρίζει και τρεμοπαίζει από το πάθος του. Τότε, εγώ δεν τον κοιτάζω, γιατί μοιάζει με όλους τους άλλους ερωμένους σε όλο τον κόσμο που η ευτυχία ξεχειλίζει στο πρόσωπο τους. Εμείς περνάμε τη νύχτα μαζί, αλλά τα χαράματα, όταν εκείνος φεύγει, εγώ στο γυαλιστερό χαλκό της πόρτας μου βλέπω το πρόσωπο του και διακρίνω στην κούραση του τις προθέσεις του, από πού έρχεται και ποιος είναι. Το ίδιο συμβαίνει με τον δικό σας κυνηγό ονείρων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έφτασε σε μια από τις κορυφές της τέχνης του, ότι προσευχήθηκε μέσα στους ναούς ξένων ονείρων και ότι τον σκότωσαν αναρίθμητες φορές στη συνείδηση των ονειρευτών. Όλα τα έκανε με τέτοια επιτυχία που το ομορφότερο υλικό που υπάρχει – το υλικό του ονείρου – άρχισε να του υποτάσσεται. Αλλά αν δεν έκανε ούτε ένα λάθος ανερχόμενος προς τον Θεό, και γι’ αυτό του έγινε δυνατό να τον δει στο βυθό του διαβασμένου ονείρου, σίγουρα έκανε λάθος στην επιστροφή, κατερχόμενος σ’ αυτό τον κόσμο από τα ύψη στα οποία ανήλθε. Και αυτό το λάθος το πλήρωσε. Προσέξτε στην επιστροφή! κατέληξε η πριγκίπισσα Ατέχ. Η κακή κάθοδος μπορεί να εκμηδενίσει την πετυχημένη άνοδο στο βουνό.
Από το οπισθόφυλλο της τελευταίας ελληνικής έκδοσης:
Όταν κυκλοφόρησε Το λεξικό των Χαζάρων στο Ισραήλ, ένας συνάδελφος καθηγητής Πανεπιστημίου μου έκανε μια ερώτηση: « Στο βιβλίο μιλάτε για ένα χριστιανό διάβολο, για έναν εβραίο διάβολο και για ένα μουσουλμάνο διάβολο. Που είναι ο Θεός στο βιβλίο σας;»« Το βιβλίο μου είναι ο Θεός! Του απάντησα. Δεν ξέρω να σας πω τίποτα παραπάνω περί αυτού! »
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ηλιακά Γράμματα" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
