
To 1517 ζούσε εκεί ένας ιππότης που είχε φτωχύνει και χρεωθεί, ο Christophe Haake von Stulpe, η περιουσία του οποίου ήταν εντελώς κατεστραμμένη. Οι διαπραγματεύσεις στο κοντινό Juterborg με τον κύριο πιστωτή του, την μονή των Σιστερσιανών, δεν οδήγησαν σε λύση. Ωστόσο, το διάστημα κατά το οποίο βρισκόταν στην πόλη είδε όλη την φασαρία που γινόταν με την πώληση των λυσιποίνων από τον Τetzel. H θέα τόσο πολλών χρημάτων που έπεφταν μέσα στο ξύλινο χρημοτικιβώτιο του Τetzel, του έδωσε μιά ιδέα.
Οταν ο Τetzel έφυγε τελικά από το Juterborg πηγαίνοντας προς το μοναστήρι Zinna, συνελήφθη και ληστεύθηκε σε μιά ελώδη περιοχή από τον ιππότη και τους ανθρώπους του. Ο Tetzel, λυσσασμένος, φώναζε στους ληστές: “Θαείστε καταραμμένοι και καταδικασμένοι αιωνίως”. Ο ιππότης σήκωσε το κράνος του και τότε ο Tetzel είδε το χαμογελαστό πρόσωπο του Haake στον οποίον ο Τetzel είχε πουλήσει έναντι πενήντα λιρών ένα λυσίποινο που συγχωρούσε στο μέλλον το αμάρτημα της ληστείας.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ηλιακά Γράμματα" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
