Ερόδισε η ανατολή Και ξημερώνει η δύσηΓλυκοχαράζουν τα βουνά Κι ο Αυγερινός τραβιέται Παν’ τα πουλάκια στη βοσκή Κι οι λυγερές στη βρύσηΠάω κι εγώ κι ο μαύρος μου Και τα λαγωνικά μου
Βλέπω μια κόρη που ‘πλενε σε μαρμαρένια γούρναΤη χαιρετώ, δε χαιρετά , της κρένω, δε μου κρένει
Σαράντα σίκλους έβγαλε...........Κι απάνω στους σαράντα δυο τη βλέπω δακρυσμένηΓιατί δακρύζεις λυγερή και βαριαναστενάζεις;Μην απεινάς μην αδιψάς, μην έχεις κακή μάνα;
Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μήτε κακή μάνα έχωΈχω τον άντρα μου στην ξενιτιά και λείπει δέκα χρόνια Κι αν δε φανεί, κι αν δε τον δω, καλόγρια θα γίνωΘα πάω σ’ άγρια βουνά, θα στήσω μοναστήριΚαι στο κελί θα σφραγιστώ......Αυτόν θα τρώει η μαύρη ξενιτιά κι εμέ τα μαύρα ράσα........
Συνεχίζει το επικού τύπου τραγούδι/ποίημα, αλλά η Ουρανία του Μίαρη, ετών 88, δεν το θυμάται.
Η Μαρία του Κίτσου λέει ότι το ξέρει και η Κυρά Μαίρη (του Ρόπα)
"Ψιθύρισέ της το στο αυτί και να δεις που θα το θυμηθεί" μου είπε.
Μαρία Κυριάκη
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Βαλανειό Κέρκυρας " »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
