Η δική μας ιστορία άρχισε όταν:

Ήταν αργά, είχε σκοτεινιάσει για τα καλά, όταν ο Λέανδρος πήρε το φιδογυριστό καντούνι με τις ηφαιστειακές πλάκες που είχαν έρθει κάποτε από την Πομπηία, κι άκουγε μόνον τα βήματά του ν αντηχούν εκκωφαντικά μες την ησυχία. Η Πιάτσα ήταν έρημη, κι η κουκουνάρα της κρεμόταν όπως πάντα στη συμβολή των δρόμων, ενώ ο άνεμος υγρός την έκανε να γέρνει πάνω στο σίδερο που τη συγκρατούσε κι ένας μεταλλικός θόρυβος ερχόταν να συνοδέψει τον ήχο των βημάτων του. Βιαζόταν. Έριξε μια ματιά πίσω του για να βεβαιωθεί οτι δεν τον ακολουθούσε κανείς, και συνέχισε βιαστικά. Την ίδια στιγμή ένας ακαθόριστος ήχος σαν θρόισμα που προερχόταν από μία εξώθυρα με ανάγλυφα μαρμάρινα σκαλίσματα, δίπλα του, τον έκανε να κοντοσταθεί, και...
Η σκαλιστή πόρτα έκλεισε βιαστικά και μια σκιά,μια γυναικεία φιγούρα, γλίστρησε στο ημίφως του καντουνιού και με γρήγορα βήματα έστριψε στη γωνία. Κάτι του θύμιζε αυτή η σιλουέτα του Λέανδρου ή μήπως ήταν παιχνίδι της φαντασίας του;...
Ένοιωσε ταραγμένος, μπερδεμένος. Ποίος; ... Αυτή η πόρτα παρέμενε για χρόνια ερμητικά κλειστή. Πόσα χρόνια πέρασαν, από την αποφράδα εκείνη ημέρα, που..δεν ήθελε να θυμηθεί. Κοντοστάθηκε, πιάνοντας το μικρό πλακέ όπλο που πάντα κουβαλούσε μαζίτου, στην μέσα τσέπη του σακακιού του, πιστό και αχώριστο σύντροφο τα τελευταία 3 χρόνια, και κοίταξε καλύτερα στο φως του φανού..και προσπάθησε να διακρίνει στο σκοτάδι τι ήταν αυτό που είχε σταθεί εκεί μπροστά στην σκαλιστή εξώθυρα. Πλησίασε αργά, διστακτικά...
«Σταμάτα!» Άκουσε μια βραχνή γυναικεία φωνή να τον προστάζει. Ανατρίχιασε. Αυτή η φωνή...
Ασυναίσθητα πήγε να σφίξει το χρυσοποίκιλτο στιλέτο στην εσωτερική τσέπη της καπαρντίνας του, αναγνωρίζοντας τη σκιά της Μπέρτας, της γυναίκας με το καπέλο. Εκείνη φάνηκε σαν να τον περίμενε να διαβεί, παρόλο που είχε να τον δει 6 χρόνια και με το θάρρος που τη χαρακτήριζε πέταξε στο πλακόστρωτο μια .... σφραγισμένη περγαμηνή και χάθηκε στο σκοτάδι χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω της. Ο Λέανδρος σήκωσε αποφασιστικά την περγαμηνή για να μη
χαθεί στο σκοτάδι και τη σκόνη της νύχτας και την έσφιξε στην παλάμη του. Έπρεπε οπωσδήποτε να ενημερωθεί ο Μερκούριος, αλλά προείχε βέβαια η εξέταση της περγαμηνής.
Είκοσι λεπτά αργότερα είχε επιστρέψει και πάλι στο σοφό καταφύγιο αποφεύγοντας προσεκτικά οποιονδήποτε περαστικό έδειχνε να τον ακολουθεί. Άνοιξε με τρεμάμενα χέρια την περγαμηνή και ξεκίνησε να διαβάζει με απληστία αγνοώντας...ότι μια φωτογραφία που ήταν μαζί με την περγαμηνή, είχε πέσει στον σκοτεινό δρόμο. Αυτή η φωτογραφία ήταν η απόδειξη της ενοχής του!!!!!!!!!

Καθώς διάβαζε την περγαμηνή με αγωνία συνειδητοποίησε πως κάτι έλειπε, κάτι έμοιαζε να του έχει ξεφύγει. Την ίδια στιγμή, σε ένα τελείως διαφορετικό σπίτι, μια κραυγή αγωνίας ξέφυγε από τα χείλη του Μερκούριου καθώς ο απαίσιος εφιάλτης είχε εισχωρήσει στο μυαλό του και είχε διακόψει το βαθύ του ύπνο. Ακόμα ταραγμένος κατευθύνθηκε προς την κουζίνα να πιει λίγο νερό και ασυναίσθητα σκέφτηκε ότι δεν ήταν αργά για ένα τηλεφώνημα στο Λέανδρο, τον δίδυμο αδερφό του. -Πήρες το μήνυμά μου? ρώτησε ανήσυχα το Λέανδρο. -Το μήνυμά σου κρύβει μια απειλή, του απάντησε εκείνος, και είμαι πολύ περίεργος να δω, κατά πού στρέφεις τάχατες το θυμό σου. Δεν έκανα ότι μου ζητήσατε ; Δεν βγήκα απ' τη ζωή σας; Δεν τριγυρνάω μονάχος το βράδυ στα σκοτάδια ; Δεν παραιτήθηκα απ' την πατρική μας κληρονομιά ; Ως και απ' τη γυναίκα που αγάπησα μου ζητήσατε να παραιτηθώ ...
Είμαι πολύ περίεργος να δω τι ακόμα θέλετε από μένα και κατά πού στρέφεται η οργή σου...
Πρέπει να πούμε στον πατέρα μας την αλήθεια, αρκετά χρόνια του την κρύβαμε!!!!!!!!
Πως θα δικαιολογηθείς Λέανδρε, πως θα του παρουσιάσεις την Ρομίνα και το παιδί, το παιδί σας , τον καρπό του έρωτά σας από τον καιρό που ήσουν φοιτητής στο Παρίσι στη σχολή καλών τεχνών.
Τόσα χρόνια σας βοήθησα να κρατήσετε κρυφή την αγάπη σας , γιατί ο πατέρας μας δεν θα δεχόταν ποτέ για νύφη του την κόρη του πιο μισητού εχθρού του, του πρώην φίλου του που του έκλεψε τον μυστικό αριθμό που ανοίγει την κρύπτη!!!!!!!
Ξέρεις τι τρομερό μυστικό κρύβει αυτή η κρύπτη Λέανδρε;;;;;;;;;;;
Το μυστικό είναι φυλαγμένο τόσο καλά και για τόσα πολλά χρόνια...
Και έτσι θα πρέπει να παραμείνει αν δεν θέλεις να δεις τις ζωές των ανθρώπων που αγαπάς
να καταστρέφονται.

Ο Λέανδρος ενώ άκουγε τον αδερφό του, έστεκε ακίνητος, σιωπηλός.
Η ανάσα του έβγαινε βαριά, μα το μυαλό του δούλευε σα να χε πυρετό. Ένιωθε κούραση και συνάμα υπερένταση.
Τα είχε σκεφτεί πολλές φορές αυτά. Είχε σκεφτεί πολλές φορές τη στιγμή που θα ήταν υποχρεωμένος να ομολογήσει μπροστά στον πατέρα του, τον γέρο Κόντε, ότι τον καιρό που εκείνος τον έστειλε να σπουδάσει στη Σορβόννη, πριν δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια, ο Λέανδρος είχε αποκτήσει ένα παιδί, πως το παιδί αυτό το έκανε με μια γυναίκα που ο Κόντες ποτέ δε θα έδινε την συγκατάθεσή του να την παντρευτεί, μήτε το παιδί τους θα αναγνώριζε ποτέ, το παιδί αυτό που είχε τώρα μόλις ενηλικιωθεί και που μη υπάρχοντος άλλου κληρονόμου, έπρεπε αυτό να διαδεχθεί τον παππού του τον Κόμητα, να γίνει ο γενικός κληρονόμος του απέραντου υποστατικού και αργότερα ολάκερης της Κομητείας.
Βαριά αποστολή ...
Ο Λέανδρος γνώριζε πολύ καλά ότι η κοινωνική τάξη όπου από πάντα ανήκε η οικογένειά του – τα οικόσημά τους χρονολογούνταν ήδη απ’ τον καιρό της φεουδαρχίας – είναι μια τάξη που δεν μπορεί να βάλει καν στο νου της ότι ο γιός θα παρακούσει τη θέληση του άρχοντα πατέρα.
Πόσο μάλλον, που η Ρομίνα, η μάνα του παιδιού, που όλ’ αυτά τα χρόνια το μεγάλωνε στην απόλυτη σκιά, ήταν η δευτερότοκη κόρη της οικογένειας d’ Abranvil, άσπονδου εχθρού της δικής τους οικογένειας.
Η Ρομίνα, η μικρότερη αδερφή της Μπέρτα, δεκαοκτώ χρόνια πριν, είχε ζητήσει την συγκατάθεση του πατέρα της για να αφήσει την πατρική στέγη και να μπει δόκιμη να ασκητεύσει σε ένα μοναστήρι.
Άλλοτε, πάνε βέβαια πολλά χρόνια πίσω, οι δυό άρχοντες, ο πατέρας του Λέανδρου κι ο άρχοντας d’ Abranvil ήσαν φίλοι.
Κι αυτονών οι πατεράδες φίλοι ήσαν. Ο Λέανδρος όταν ήταν παιδί, άκουσε πολλές φορές από το στόμα του δικού του πατέρα ιστορίες που είχαν να διηγούνται για τις δυό οικογένειες.
Για τα λευκά Αραβικά άτια που διασταύρωναν και εκτρέφανε κατόπιν στους σταύλους τους, για τα ωραία κυνηγετικά σκυλιά, για τα κυνήγια που οργάνωναν παλιά με πλήθος κυνηγούς να τους ακολουθούν, για τη φιλανθρωπία που είχαν ορίσει σαν πρώτιστο καθήκον τους κι οι δυό άρχοντες προς τους φτωχούς ανθρώπους των υποστατικών τους.
Τα ήξερε όλα αυτά ο Λέανδρος κι ο δίδυμος αδερφός του ο Μερκούριος. Τα γνώριζαν πολύ καλά τα δυό αδέρφια και θλίβονταν για την κατάρα, γιά τη δυστυχία και την έχθρα που χτύπησε άξαφνα τις δυό οικογένειες . Ο πατέρας τους, από περηφάνια δεν μιλούσε πιά για όλα τούτα, μήτε πρόφερε ποτέ ξανά το όνομα των αλλονών .
Μα οι ώριμοι δίδυμοι άντρες θλίβονταν βαθιά για την κακιά ώρα, που είχε κάνει τις δυό οικογένειές τους εχθρούς.
Κι έφτασε τώρα η στιγμή, ο Μερκούριος να αποκαλύψει στον δίδυμο αδερφό του, εκείνο που είχε πέσει στην αντίληψή του, εκείνο που έτυχε να μάθει χωρίς ο ίδιος να το έχει επιδιώξει, αυτό που εκείνος με δέος αποκαλούσε «το μυστικό» !
Ο Μερκούριος, ήπιε μια γουλιά νερό απ’ το ποτήρι του, ανασύνταξε τις δυνάμεις του και είπε στον αδερφό του...
Λέανδρε, ο κόμπος έφτασε στο χτένι. Αφήσαμε τα μυστικά να ρημάξουν τις ζωές μας. Κανένας μας δεν χάρηκε απλά, καθημερινά πράγματα, γιατί προείχε το καθήκον να διαφυλάξουμε το όνομα της οικογένειας. Ακόμη και τώρα, μεσήλικες πια δεν τολμάμε να σηκώσουμε το ανάστημά μας απέναντι στον αυταρχικό και υπέργηρο πατέρα μας. Το παιδί σου ενηλικιώθηκε και δεν ξέρει καν την ύπαρξη σου. Έφθασε η ώρα να μπει ένα τέλος και σου ζητώ ......
να με συγχωρήσεις αδελφέ μου...
Κατηγόρησέ με γι αυτό που τόσα χρόνια κράτησα όχι μόνο κρυφό,αλλά και που βοήθησα να γίνει.
Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί τις δυό μας οικογένειες τις έπνιξε το μίσος...???
Γιατί ο πατέρας μας δεν τόλμησε να αναφέρει ποτέ ξανά το όνομα του πιό στενού του φίλου...???
Γιατί η Ρομίνα θέλησε να εξαφανιστεί στο μοναστήρι...???
Γιατί έπρεπε εσύ να ξεχάσεις τη Ρομίνα και το παιδί " σας" να χαθεί στις σκιές...???"
Τα μάτια του Λέανδρου είχαν γίνει σαν δυό σχισμές στο σκοτάδι του δωμάτιου...
Ενοιωθε πως το τέλος πλησίαζε...
το τέλος μιας ιστορίας όπου ο ίδιος ήταν απλά ο κομπάρσος...
" Γιατί...??? ",βγήκε με κόπο η φωνή από το λαρύγγι του...
" Δεν χρειάζεται ο πατέρας μας να σε συγχωρήσει Λέανδρε,αλλά ο ίδιος να συγχωρεθεί..." ακούστηκε πνιχτά η φωνή του Μερκούριου καθώς άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι ...
Τη στιγμή εκείνη, ένας απότομος κρότος ακούστηκε, που έμοιαζε σαν να γκρεμίστηκε ξαφνικά κομμάτι του τοίχου, και τρόμαξε ως τα κατάβαθα της ψυχής του το Λέανδρο που τινάχτηκε αντανακλαστικά προς τα εμπρός, κι αρπάχτηκε μ όλη του τη δύναμη από κάτι σταθερό που βρέθηκε δίπλα του, ανοίγοντας έντρομος τα μάτια του.
Αυτό που είδε ήταν οτι κρατούσε σφιχτά κι απεγνωσμένα το μικρό βελούδινο μαξιλάρι, ενώ γύρω του το μισοσκόταδο φωτιζόταν αχνά από την παλιά λάμπα του γραφείου, και το παλιό εκκρεμές συνέχιζε να ταλαντεύεται αργά μες την ησυχία, για να διαπιστώσει αίφνης πως κανένα μέρος του τοίχου δεν είχε γκρεμιστεί, καμιά απόκοσμη δύναμη δεν τον απειλούσε, και μία παράξενη ησυχία επικρατούσε γύρω του σε σχέση με όλα όσα είχαν διαδραματιστεί τόσο έντονα τις προηγούμενες ώρες..μέρες; χρόνια; ή μήπως στιγμές;

'Ένα παράξενο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του κι έμεινε να σκέφτεται τι είδε μάλλον τι "έζησε" μεταξύ ύπνου και ξύπνιου..
Κοίταξε γύρω του απορημένος για λίγες στιγμές, και σαστισμένος είδε ριγμένα γύρω του τα κιτρινισμένα από το χρόνο γράμματα που είχε βρεί ψάχνοντας το παλιό σεκρετέρ ενώ κάποια είχαν γλιστρήσει στο πάτωμα με την απότομη κίνησή του να σηκωθεί από την παλιά πολυθρόνα του πατέρα του.
Κάθιδρος συνειδητοποίησε πως είχε δει το πιο εξαντλητικό, το πιο ζωντανό και εφιαλτικό όνειρο από τότε που ήταν παιδί και τον είχε τρομάξει η Μπέρτα, η παλιά παραμάνα του επειδή κρυφάκουγε τις κρυφές συνομιλίες της με τον αμαξά.
Τα ερωτικά γράμματα με λυμένη την κόκκινη βελούδινη κορδέλα που τα συγκρατούσε, ήταν ακόμη ανάμεσα στα χέρια του και τον είχαν τόσο συνεπάρει στο διάβασμά τους ώστε χάθηκε μέσα σ έναν λήθαργο με πολλά όνειρα όπου είχε αναμειχθεί η αλήθεια με το ψέμα και η ονειροπόληση με την πραγματικότητα.
Ο Μερκούριος παντρευόταν αύριο τη Ρομίνα, και ο ίδιος είχε έρθει στο πατρικό του σπίτι για το γάμο, κι όμως ...τί αλλόκοτο ήταν αυτό το όνειρο, τι παράξενοι συνειρμοί το συντάραζαν..
Η Τζουλιέτα d’ Abranvil, η δική του αγαπημένη, μπήκε φουριόζα με το άρωμά της να κατακλύζει το χώρο, σ ένα σύννεφο από μουσελίνα, και μ ένα κελαρυστό γέλιο, του φώναξε περιπαικτικά: "Τι θα γίνει Λέανδρε; Κάτω στη σάλα ο χορός έχει ανάψει για τα καλά, κι ένα σωρό καβαλιέροι απορρίφθηκαν από μένα ως τώρα, μα όχι για πολύ ακόμη...κι εσύ τι κάνεις χωμένος τόσες ώρες μες τη βιβλιοθήκη του παππού σου..."
Ο Λέανδρος χωρίς ν απαντήσει, αφέθηκε να παρασυρθεί από την ορμητικότητα της και την ακολούθησε στη φιδογυριστή σκάλα του πύργου απ όπου ερχόταν ήδη οι ήχοι, οι μουσικές, ο απόηχος από τις κουβέντες και άρχισε να στροβιλίζεται μαζί της σ ένα ρυθμό καντρίλλιας, χωρίς να χάσει από τα χείλη του εκείνο το παράξενο χαμόγελο..
Τέλος.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ανέμων Δίχτυα" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
