Τον λένε Πεπίτο.Πριν δεν τον έλεγαν τίποτα.Είχε μόνον έναν αριθμό τυπωμένο ανάγλυφα σε ανθεκτικό βραχιόλι στο ένα πόδι.Στο άλλο πόδι είχε τυλιγμένο τον πομπό που τον έκανε να διαφέρει απ όλα τ άλλα περιστέρια.

Είναι ένα ταχυδρομικό περιστέρι που είναι βέβαιο οτι ήρθε από την Ιταλία.

Είχε σταλεί με αποστολή πριν το πληγώσει το σκληρό ράμφος που το έκανε να χάσει την πορεία του και να προσγειωθεί ζαλισμένο μεσοπέλαγα στα χέρια της Σταυρούλας, στην άκρη της Αδριατικής, εκεί που φιλιέται με το Ιόνιο, σε μια μικρή πράσινη κουκκίδα στο χάρτη, γεμάτη ρείκια και αφρισμένα κύμματα. Στη Ερείκουσα.

Μπήκε στην οικογένεια από τότε που έγινε Πεπίτο, ο μικρός με τα χρυσοπράσινα φτερά γύρω από το λαιμό, και το άγριο βλέμμα.Κάποιος τον έστειλε, και κάποιος τον περιμένει.

Δεν νοιάζεται να επιστρέψει.Αγάπησε και αγαπήθηκε εδώ.

Τρυφερός ακουμπάει πάνω στην καρδιά της Σταυρούλας, που τον φροντίζει ως την ώρα που θα τον στείλει στους αιθέρες..Με δάκρυα, έτσι όπως αποχαιρετά το παιδί που πρέπει ν ανοίξει τα φτερά του.

Με την ελπίδα, οτι μπορεί να ξανάρθει.

Τότε η Σταυρούλα δεν θα μπορεί να σταματήσει τους κρουνούς να τρέχουν νερό απ τα μάτια της, ούτε τα χαμόγελα από την καρδιά της.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ανέμων Δίχτυα" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »