Το κελλί του κήπου ήταν χτισμένο στη μία άκρη του μεγάλου κήπου της μονής και με την παραδοσιακή πέτρινη αρχιτεκτονική του Αγίου Όρους. Το κελλί είχε ισόγειο και ανώγειο με περιμετρικά ξύλινα μπαλκόνια. Καθίσαμε στο ξύλινο μπαλκόνι του ανωγείου και χαζεύαμε τη δύση του ηλίου απέναντι στη χερσόνησο της Κασσάνδρας.Ο κηπουρός της μονής μάς έφτιαξε καφέ και μάς τον έφερε μαζί με νηστίσιμα κουλουράκια. Ταυτόχρονα μάς σύστησε έναν ιερομόναχο, ο οποίος άρχισε να μάς ρωτάει από πού ήμασταν, αν είχαμε ξαναέρθει στο Άγιο Όρος, αν πιστεύαμε στο Θεό και άλλα τέτοια. Ήθελε φαίνεται ν' ανοίξει συζήτηση με πνευματικό περιεχόμενο.Ένας από την ομάδα των προσκυνητών ρώτησε αν ο Θεός οικονόμησε μετά την κοίμηση του θαυμαστού γέροντος Π. να φανερώσει άλλον στη θέση του, άλλον γέροντα χαρισματικό και πνευματικό.Ο ιερομόναχος απάντησε ότι υπάρχουν πολλοί και ότι ο Θεός πάντοτε φανερώνει στον κόσμο αγίους και πνευματικούς. Του ζητήσαμε να μάς πει ποιοι ήταν, αν ήξερε κανέναν. Αυτός αρνήθηκε να μάς πει ονόματα, επέμενε όμως ότι υπάρχουν πολλοί και μερικούς τους ήξερε προσωπικά.Έπειτα έγινε μία συζήτηση για τα διάφορα χαρίσματα και τη διαφορά ανάμεσα στο προορατικό και διορατικό χάρισμα.
Κάποια στιγμή τον ρώτησα πώς μπορεί κάποιος να απαλλαγεί από επίμονους λογισμούς. "Με εξομολόγηση και πνευματικό αγώνα" είπε. "Έχετε παιδιά μου λογισμούς που θα θέλατε να συζητήσουμε; Πολλές φορές ο πονηρός μάς βάζει στο νου λογισμούς για να αδυνατίσει την πίστη μας και να έχουμε αμφιβολίες για τον Θεό" ρώτησε."Εγώ, πάτερ, θα μπορούσα να σάς πω έναν λογισμό που έχω και με κατατρέχει καιρό τώρα" είπα. Όλοι έδειξαν ενδιαφέρον, μοναχοί και προσκυνητές."Υποθέστε", είπα, "ότι εντελώς αναίτια σκοτώνω κάποιον και μάλιστα με ιδιαίτερα επαχθή τρόπο. Με συλλαμβάνουν και πάω στο δικαστήριο. Το δικαστήριο μού επιβάλλει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Ξέρετε τι σημαίνει ισόβια κάθειρξη; Εικοσιπέντε χρόνια! Ο δικηγόρος μετά θα σου πει ότι ισόβια κάθειρξη είναι στην πραγματικότητα ποινή δώδεκα χρόνων λόγω των ευεργετικών διατάξεων του ελληνικού ποινικού κώδικα, όπως η απόλυση μετά την έκτιση των δύο τρίτων της ποινής, οι εργάσιμες ημέρες που προσμετρούνται διπλές κτλ. Χώρια πάλι οι μειώσεις της ποινής σε μεταγενέστερο στάδιο, η υπό όρους απόλυση λόγω καλής συμπεριφοράς ή λόγω υγείας, οι πενθήμερες ημέρες άδειας κ. ά.""Σκεφθείτε", είπα μετά, "ότι πεθαίνεις και παρουσιάζεσαι μπροστά στο ιερό βήμα της δίκαιας κρίσης του Θεού. Και ότι ο Θεός για την ίδια πράξη σε στέλνει στην Κόλαση. Για πόσο καιρό; Για μια αιωνιότητα! Για περισσότερο ακόμα και από μια αιωνιότητα. Τιμωρία χωρίς τέλος! Και ποιες είναι οι ευεργετικές διατάξεις; Πυρ αιώνιο, σκώληξ ακοίμητος, σκότος εξώτερο, βρυγμός των οδόντων!"
"Λοιπόν", συνέχισα, "δεν είναι η τιμωρία δυσανάλογη του παραπτώματος; Είναι δυνατόν η ανθρώπινη δικαιοσύνη να είναι επιεικέστερη της θεϊκής; Αυτός είναι ο λογισμός μου."
Ο λογισμός κέντρισε την προσοχή όλων. Όλοι περίμεναν ν' ακούσουν τι θα πει ο ιερομόναχος. Ο ιερομόναχος είπε μερικά κοινότυπα λόγια, έτσι μας φάνηκε τότε. Η ώρα είχε περάσει. Το βράδυ έπεφτε γοργά και έπρεπε να φύγουμε. Οι μοναχοί σηκώθηκαν και έδωσαν το σήμα της λήξης. Σηκωθήκαμε όλοι, τους ευχαριστήσαμε και φύγαμε για το αρχονταρίκι, όπου θα περνούσαμε το βράδυ στους κοιτώνες των προσκυνητών. Πριν φύγω, ο ιερομόναχος με κάλεσε παράμερα και μου έδωσε το όνομα ενός γέροντα με προορατικό χάρισμα. Ήταν ο ιερομόναχος Ι από την Αγία Άννα. ¨Πρέπει να πας να τον δεις" μου τόνισε.Την άλλη μέρα αποφάσισα να πάω να συναντήσω τον γέροντα Ι. Δύο άλλοι από τους προσκυνητές θέλησαν να έρθουν μαζί μου, όταν τούς είπα ότι ο ιερομόναχος μού αποκάλυψε το όνομα και τη διεύθυνση ενός νεοφανούς προορατικού γέροντος.Ξεκινήσαμε με τα πόδια νωρίς το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία. Η σκήτη της Αγίας Άννας απέχει αρκετά από την μονή Ξ. Φθάσαμε το απόγευμα στο αρχονταρίκι της σκήτης. Ήταν αργά πια για να επισκεφθούμε τον γέροντα. Ρωτήσαμε τον αρχοντάρη για την ακριβή διεύθυνση του κελιού του και αυτός μάς έκανε ένα πρόχειρο σκαρίφημα του τόπου. Έπειτα καταλύσαμε στο αρχονταρίκι της σκήτης.Την άλλη μέρα αργά το πρωί, κατηφορίσαμε για το κελλί του ως έλεγαν προορατικού γέροντος. Το κελλί πέτρινο και μικρό. Είχε και μία αυλή με λίγα οπωροφόρα δένδρα. Χτυπήσαμε ένα μεταλλικό μικρό καμπανάκι σφηνωμένο στην εξώπορτα της αυλής. Σε λίγο φάνηκε ένας νέος μοναχός και μας ρώτησε τι θέλαμε. Απαντήσαμε ότι ήρθαμε να επισκεφθούμε τον γέροντα Ι. Μάς είπε να περιμένουμε και πήγε μέσα. Περιμέναμε για λίγα λεπτά. Τέλος ο νέος μοναχός ήρθε και μάς οδήγησε σε ένα μικρό σαλονάκι και μάς προέτρεψε να καθίσουμε μέχρι να έρθει ο γέροντας.Το σαλόνι είχε δύο παλιούς ξύλινους καναπέδες. Παρατήρησα ότι το πάτωμα ήταν γεμάτο από μία άσπρη σκόνη. Ήταν μαγνησία, αντικολλητική άσπρη σκόνη που χρησιμοποιείται στην κατασκευή θυμιάματος. Το θυμίαμα ήταν το εργόχειρο της συνοδείας του γέροντα.Ο γέροντας ήρθε σε λίγο μαζί με τον νεαρό μοναχό, ο οποίος έφερε και το παραδοσιακό αγιορείτικο κέρασμα, δηλαδή καφέ, λουκούμι και νερό. Νερό αντί ρακής. Σηκωθήκαμε αμέσως και πήγαμε να του φιλήσουμε το χέρι. Αυτός αποτραβήχτηκε ταπεινά και μάς κάλεσε να κεραστούμε.Ο γέροντας ήταν κάπου εξήντα πέντε χρονών, κοντός κι αδύνατος πολύ, με άσπρα μακριά γένια. Μάς ρώτησε ποιοί ήμασταν, από πού ερχόμασταν και γιατί πήγαμε να τον επισκεφθούμε.Είπαμε γενικά ότι πήγαμε να προσκυνήσουμε. Θυμήθηκα ότι ο ιερομόναχος στην ιερά μονή Ξ μού τόνισε ότι για κανένα λόγο δεν έπρεπε να πω ποιός μάς στέλνει, ούτε να κάνω λόγο για χαρίσματα και τέτοια. Είπαμε διάφορα τυπικά, αλλά σε λίγο σιωπούσαμε αμήχανοι. Η επίσκεψη φαινόταν να οδεύει στο τέλος της.ΘΑφού ήρθατε μέχρις εδώ τότε να σας πω μια ιστορία για πνευματική ωφέλεια. Εμένα μου αρέσει πολύ η Παλαιά Διαθήκη και γι' αυτό θα σας πω μια ιστορία που μοιάζει να είναι παλαιοδιαθηκική" είπε σε μια στιγμή ο γέροντας με ήρεμο τόνο χαμογελώντας ελαφρά. Και συνέχισε."Κάποτε στα αρχαία χρόνια, ο Κύρος, ο βασιλιάς της περσικής αυτοκρατορίας, πήγε στο ιερό όρος των αρχαίων Περσών να προσευχηθεί στους θεούς, ώστε να του χαρίσουν ένα παιδί, έναν γιο, έναν διάδοχο. Είχε οχτακόσιες γυναίκες και τρεις χιλιάδες παλλακίδες, αλλά καμιά δεν έμενε έγκυος, καμιά δεν του χάριζε ένα παιδί. Ήταν βαθύτατα θλιμμένος και συντετριμμένος. Τίποτα πια δεν τον ευχαριστούσε στη ζωή. Στο βουνό εκείνο πήγε μόνος, χωρίς εφόδια, ξυπόλητος. Νήστεψε σαράντα μέρες και με πόνο ψυχής παρακαλούσε τους θεούς να του χαρίσουν ένα παιδί, όσο ήταν ακόμα καιρός.
Καθώς κατέβαινε από το βουνό, μετά από σαράντα μέρες νηστείας και προσευχής, σκονισμένος και εξουθενωμένος, είδε μακριά απέναντι σκόνη από καβαλάρηδες που έτρεχαν προς το μέρος του.Ήταν η αυτοκρατορική του φρουρά που με δυνατές φωνές και αλαλαγμούς τού ανακοίνωναν, όταν έφταναν κοντά του, ότι μία από τις γυναίκες του ήταν έγκυος. Ο Κύρος έπεσε αμέσως με μια κραυγή στο έδαφος κλαίγοντας. Ήταν όμως μεγάλα δάκρυα χαράς και ευχαριστίας αυτά τα δάκρυα που ανέβλυζαν από τα μάτια του. Διέταξε αμέσως ότι εκείνη την ημέρα κάθε κάτοικος της αχανούς τότε περσικής αυτοκρατορίας θα έπαιρνε ένα ασημένιο νόμισμα από τα βασιλικά θησαυροφυλάκια, ως δώρο για την καλή είδηση.Ο καιρός περνούσε και μετά από μερικούς μήνες η έγκυος εκείνη γυναίκα τού έφερε στον κόσμο ένα παιδί, έναν γιο. Τα πανηγύρια του ερχομού του βάσταξαν σαράντα μέρες. Ο Κύρος διέταξε ότι όλοι οι κάτοικοι θα σιτίζονταν δωρεάν για σαράντα μέρες, όσο θα διαρκούσαν δηλαδή οι γιορτές, και ότι θα αποζημιώνονταν με ένα χρυσό νόμισμα, με έναν δαρεικό, για κάθε μέρα που θα κρατούσαν οι γιορτές.
|
| Στο νάρθηκα του ιερού ναού του Αγίου Αχιλλείου,στον Πεντάλοφο Κοζάνης,απεικονίζoνται οι Πέρσες βασιλείς,Κύρος, Πώρος και Δαρείος.κρατώντας στα χέρια τους σπαθιά.Ακριβώς δίπλα τους εμφανίζεται η μορφήτου Μεγάλου Αλεξάνδρου,ο οποίος νικώντας τους,κληρονόμησε το βασίλειό τους. |
Ο Κύρος είχε συνήθεια να ταξιδεύει στο βασίλειό του και να επισκέπτεται διάφορες πόλεις της επικράτειάς του. Και πάντοτε έπαιρνε και το παιδί του μαζί, δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Έτσι μία φορά βρέθηκε στην Τύρο, λαμπρή πόλη της αρχαίας Φοινίκης.Εκείνη την εποχή, μία άγρια και βάρβαρη φυλή, οι Φιλισταίοι, εισέβαλλε ξαφνικά στην περσική αυτοκρατορία και σκορπούσε παντού γύρω της το θάνατο. Κούρσευε πόλεις, διαγούμιζε θησαυρούς, κατέστρεφε σπίτια και σοδειές, εξολόθρευε ανθρώπους, σκότωνε ακόμα γέρους, γυναίκες και παιδιά.Η συγκυρία το έφερε έτσι, ώστε οι βάρβαροι να πολιορκούν την Τύρο, τη στιγμή που ήταν και ο Κύρος μέσα. Περικύκλωσαν την πόλη, έστησαν πολιορκητικές μηχανές, έκοψαν τα νερά της πόλης και περίμεναν πότε θα παραδοθεί για να την καταστρέψουν.Όσο η πολιορκία συνεχιζόταν, τα τρόφιμα σπάνιζαν και ο κόσμος άρχιζε να πεθαίνει από πείνα, δίψα και άλλες κακουχίες. Στρατός να ερχόταν να λύσει την πολιορκία δεν φαινόταν πουθενά, γιατί κανένας, εκτός από τους πολιορκημένους, δεν ήξερε ότι οι βάρβαροι πολιορκούσαν την Τύρο. Και πώς να το μάθουν;Όταν άρχισε ο λαός της Τύρου να υποφέρει σοβαρά, ο Κύρος διέταξε να σταλούν το βράδυ κρυφά έξω από την πόλη αγγελιοφόροι με σκοπό να ειδοποιήσουν τον περσικό στρατό, ώστε να μαζευτεί και να έρθει προς αντιμετώπιση των βαρβάρων. Ο αγγελιοφόρος που θα κατόρθωνε να περάσει τις γραμμές του εχθρού, θα έπρεπε να κάνει ένα ειδικό σήμα με φωτιά, όταν θα ήταν μακριά, ώστε να ειδοποιήσει τους πολιορκούμενους γα την επιτυχή έκβαση της απόπειρας.Μετά από διάφορες αποτυχημένες προσπάθειες, ένα βράδυ στάλθηκαν κρυφά έξω από την πόλη και σε διάφορες κατευθύνσεις δεκαεπτά αγγελιοφόροι. Μετά από μερικές ώρες, μακριά στον ορίζοντα, φάνηκε μία φωτιά να κάνει το συμφωνημένο σήμα. ΄Ενας είχε περάσει!Χάραζε. Οι βάρβαροι, εκτός των διατεταγμένων φρουρών, κοιμόταν ήσυχοι στις σκηνές τους. Ξαφνικά ακούστηκαν διαπεραστικές σάλπιγγες να σχίζουν τον αέρα με το στριγκό ήχο τους. Τι έγινε αναρωτιόντουσαν οι βάρβαροι αγουροξυπνημένοι. Μέσα στο ημίφως και το πρωινό αγιάζι έστρεψαν τα μάτια τους προς την πόλη, από όπου ακούγονταν οι σάλπιγγες. Και τι να δουν με τα θαμπά τους μάτια; Ο ίδιος ο μέγας βασιλιάς, ο βασιλιάς των βασιλέων, ο ίδιος ο Κύρος βρισκόταν στις επάλξεις της Τύρου ντυμένος με τη χρυσή στολή του. Αμέσως έτρεξαν προς τα τείχη για να δουν καλύτερα. Ναι, χωρίς αμφιβολία, ήταν ο ίδιος ο Κύρος! Δεν ήξεραν ότι αυτός βρισκόταν εκεί μέσα πολιορκούμενος!Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι κάτω από τα τείχη, ο Κύρος διέταξε να σταματήσουν οι σάλπιγγες. Μόλις σταμάτησαν οι σάλπιγγες, ο Κύρος φέρνει μπροστά του ένα μικρό παιδί ντυμένο με λαμπρή, χρυσή στολή. Βγάζει τότε το σπαθί του, το σηκώνει ψηλά και με μια απότομη κίνηση κόβει το κεφάλι του παιδιού. Το σώμα του μικρού παιδιού πέφτει προς τα μέσα και ο Κύρος πετά το κομμένο κεφάλι στους βάρβαρους κάτω.Οι βάρβαροι μαζεύονται όλοι έκπληκτοι γύρω από το κομμένο κεφάλι του παιδιού. Ανακαλύπτουν με φρίκη ότι είναι το κεφάλι του μονάκριβου, πολυαγαπημένου παιδιού του Κύρου! Του διάδοχου της περσικής αυτοκρατορίας!Μέσα σε απόλυτη σιωπή ο Κύρος λέει: Βάρβαροι, σήμερα το βράδυ αγγελιοφόροι έφυγαν κρυφά από την πολιορκημένη πόλη και πέρασαν τις γραμμές σας. Σε λίγο ένας τεράστιος στρατός θα ετοιμασθεί και θα έρθει προς καταδίωξή σας. Τότε όταν τα στρατεύματά μου θα σάς σφάζουν, οι γυναίκες σας θα πέφτουν μπροστά στα πόδια μου τείνοντας προς εμένα τα παιδιά σας και θα εκλιπαρούν με δάκρυα και γόους το έλεος μου. Έλεος φιλάνθρωπε βασιλιά θα φωνάζουν! Έλεος! Κι εγώ που είμαι φύση αγαθή και ελεήμων βασιλιάς, λίγο λίγο, σιγά σιγά, θα συγκινηθώ από τα παρακάλια και τις ικεσίες τους και στο τέλος θα χαρίσω, στις γυναίκες και στα παιδιά σας, τη ζωή. Αλλά τώρα, το άδικα χυμένο αίμα του αθώου μου παιδιού θα με εμποδίσει να σάς δείξω έλεος!
Αυτά είπε ο Κύρος και έφυγε. Οι βάρβαροι κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους σιωπηλά πολύ σκεφτικοί. Χωρίς καν να το συζητήσουν έλυσαν την πολιορκία την ίδια στιγμή. Άφησαν πίσω τους ένα σωρό, έμοιαζε με λόφο, ένα λόφο με όλα τα πολύτιμα πράγματα που διαγούμισαν από τόσες πόλεις και λαούς που συνάντησαν στο διάβα τους. Τα άφησαν ανάθημα στον Κύρο τιμώντας τον. Λένε μάλιστα πως αποφάσισαν να ζήσουν από εκεί και πέρα μακριά, στην άγνωστη και έρημη χώρα με τους μεγάλους πάγους, γιατί εξαφανίστηκαν από προσώπου γης"Ο γέροντας σταμάτησε. Γύρισε αργά, σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε. "Ο καλός Θεός, παιδί μου, ο αγαθός αυτός Πατέρας, έσφαξε τον μονάκριβο, μονογενή του γιο για μας. Το άδικα χυμένο αίμα του σταυρωμένου του παιδιού θα τον εμποδίσει να μάς δείξει έλεος;.ΠΗΓΗ
Περισσότερα... »
Είχα την ευλογία στα πρώτα χρόνια της ίερωσύνης μου να συναντήσω ένα γέροντα και πολύπειρο ιερέα, απλό αλλά γι' αυτό και σπουδαίο. Ή απλότητα του συνίστατο στο ότι αγωνιζόταν να είναι ιερέας όπως τον ήθελε ή Εκκλησία και ή ευλογημένη παράδοση της. Όταν με σύστησε στον γέροντα ό υιός του, ιερέας και εκείνος, τότε ό γέροντας σήκωσε το καθαρό βλέμμα του και μου είπε:
Ο Άγιος νεομάρτυρας Βουκασίνος ήταν ένας Σέρβος ορθόδοξος αγρότης τον οποίον δολοφόνησαν με φριχτό τρόπο οι παπιστές Ουστάσι.
Ο Ουστάσι τράβηξε το μαχαίρι και του έκοψε το αυτί.Επανέλαβε το αίτημά του και ο Βουκασίνος έδωσε την ίδια απάντηση.Εκείνος εξαγριωμένος του έκοψε και το άλλο αυτί και την μύτη.Βλέποντας ο δολοφόνος την βασανιστική του ηρεμία βγήκε εκτός εαυτού.Του σημάδεψε το πρόσωπο.Ακολούθως του έκοψε την γλώσσα ,του έβγαλε τα μάτια και του έκοψε τον λαιμό.Τον μαχαίρωνε με μανία για πολλήν ώρα ακόμη!
Σύμφωνα με μαρτυρίες ο δολοφόνος(το όνομά του ήταν Ζίλα Φραγκάνοβιτς)μετά απο΄αυτήν την φρικιαστική δολοφονία τρελάθηκε,άρχισε να πίνει,να γυρίζει στους δρόμους,έχοντας πάντα μπροστά του το γαλήνιο πρόσωπο του Αγίου Βουκασίνου και αντηχώντας στα αυτιά του τα λόγια του''Κάνε παιδί μου αυτό που πρέπει''!
Η μνήμη του τιμάται στις 3/16 Μαίου.(Σέρβοι Νεομάρτυρες-
Τo μεγάλο μυστικό του Αμπετ Χασμάν, στο οποίο ουδέποτε αναφερόταν δημοσίως, αποκάλυψε κατά τη διάρκεια της εκφώνησης του επικηδείου, ο Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος.Στα 57 του χρόνια, ο εκλιπών αντιδήμαρχος είχε αποφασίσει να βαπτιστεί Χριστιανός Ορθόδοξος, κάτι που έγινε. "Δεν το έλεγε πουθενά. Ομως μια μέρα με πλησίασε και με παρακάλεσε να τον βαπτίσω. Επέλεξε το όνομα Αλέξανδρος, όπως θα βαπτιζόταν λίγο αργότερα και ο γιος του.Τον βάπτισα στο παρεκκλήσι της Επισκοπής" είπε ο Σεβασμιώτατος. Ανέφερε ένα ακόμη παράδειγμα για τον Ιορδανό στην καταγωγή Αμπετ Αλέξανδρο Χασμάν. Που δείχνει τη μεγαλοψυχία του. Δείτε το βίντεο... Λίγο αργότερα η Πάτρα αποχαιρέτισε τον Αμπετ Χασμάν. Τον γιατρό, τον αντιδήμαρχο, τον άνθρωπο. Στην κηδεία του στο Α' Νεκροταφείο όλα θύμιζαν Μεγάλη Παρασκευή. Τόσος πολύς ήταν ο κόσμος. Πάνω από 4.000 άνθρωποι θέλησαν να του πουν το τελευταίο αντίο. Την νεκρώσιμη ακολουθία ετέλεσε ο Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος ο οποίος αποκάλεσε τον Αμπετ Αλέξανδρο Χασμάν φίλο και αδελφό. 

Όταν ήλθε στη θεόσωστη γη του Ροστώβ, ο Άγιος ποιμενάρχης βρήκε πολλούς Χριστιανούς, πρόσφατα βαπτισμένους αλλά αστερέωτους στην πίστη. Είχαν κρατήσει πολλές παλαιές ειδωλολατρικές συνήθειες και διέπρατταν, από άγνοια, σοβαρά αμαρτήματα. Άρχισε τότε ο Άγιος ένα δύσκολο και κοπιαστικό ποιμαντικό αγώνα, για τη διαφώτιση και την στήριξη του ποιμνίου του στην πίστη και την διδασκαλία του Χριστού. Περιόδευε ακατάπαυστα στις πόλεις και τα χωριά της περιοχής του Ροστώβ και της Σουζδαλίας. Κατηχούσε, κήρυττε, νουθετούσε, δίδασκε, διέλυε τις πλάνες, κατέλυε τα προπύργια του νοητού εχθρού. Όπου έβλεπε να υπάρχουν ακόμα είδωλα ή ειδωλολατρικοί ναοί, έδινε εντολή να κατεδαφισθούν ή να παραδοθούν στη φωτιά και έπειτα δίδασκε στους κατοίκους την Ορθόδοξη πίστη στην Αγία και Ομοούσιο και Ζωαρχική Τριάδα. Όσοι από τους αβάπτιστους Ρώσους πίστευαν, βαπτίζονταν από τον Όσιο Ιεράρχη στο Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και όσοι δεν πίστευαν με την κατήχηση και το κήρυγμα, πείθονταν με τα υπερφυσικά θαύματα και σημεία που επιτελούσε ο Άγιος με την δύναμη του Θεού. Αλλά και τις πιο σκληρές καρδιές τις λύγιζε η αγάπη, η ευσπλαχνία, η ακακία και η μακροθυμία του Αγίου. Ήταν παρηγορητής των θλιβομένων, τροφός των πεινασμένων, προστάτης των χειρών και ορφανών, βοηθός των φτωχών, υπερασπιστής των αδικουμένων.
Λίγο ἐνωρίτερα εἴχαμε τελέσει, ὅλοι μαζί, Θεία Λειτουργία στὸ μετόχι τοῦ Μεγάλου Μετεώρου στὴν Ὑπάτη καὶ εἴχαμε μαζί μας τὴν τιμία Κάρα τοῦ Ὁσίου Δαβίδ. Τὴν εἶχε φέρει ὁ Γέροντας μὲ τοὺς πατέρες στὴ Λαμία.

Μία μέρα ο Άγιος Κολουμπάν ρώτησε τον Άγιο Ντικουίλ:''Πώς και είσαι πάντοτε χαμογελαστός'';Και εκείνος του απάντησε:''Επειδή κανένας δεν μπορεί να μου πάρει το Θεό''.
Ο Άγιος Ιωάννης, γεννήθηκε στη Βλαχία το 1644 και καταγόταν από επιφανή και αριστοκρατική γενιά.
Μαρτύριο του Αγίου συνέγραψε ο Ιωάννης Καρυοφύλλης και τυπώθηκε στην Βενετία από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη.Η αγιοκατάταξη του από την Ρουμανική Ιερά Σύνοδο έλαβε μέρος το 1950.
Το μοναστήρι της Περιβολής βρίσκεται κοντά στα χωριά Άντισσα και Βατούσα, με ενδιαφέρουσες μεταβυζαντινές τοιχογραφίες.Εδώ εικονίζεται «Η Θάλασσα αποδίδουσα τους νεκρούς».Στην τοιχογραφία παριστάνεται η Θάλασσα-Παναγία ως ωραία γυναίκα-πριγκίπισσα με στέμμα στο κεφάλι καθιστή σε κήτος, κρατώντας με τα χέρια της μπροστά στο στήθος της ομοίωμα τρικάταρτου πλοίου.
Βρετανοί και Ελβετοί εμπειρογνώμονες, μελετώντας φύλλα χαλκού, που βρέθηκαν στην Ιορδανία, υποθέτουν ότι περιέχουν την πιο αρχαία εικόνα του Ιησού Χριστού. Σε ένα από τα φύλλα είναι ανάγλυφο πρόσωπο με το ακάνθινο στεφάνι και η επιγραφή στο κάτω μέρος «Ο Σωτήρας του Ισραήλ». Στη βρετανική εφημερίδα «DailyMail»αναγράφεται ότι τα 70 φύλλα χαλκού βρέθηκαν κατά την περίοδο από 2005 έως 2007 σε μια σπηλιά στο λόφο κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας. Το σπήλαιο βρίσκεται περίπου 100 μίλια από το Κουμράν, όπου ανακαλύφθηκαν οι γνωστοί πάπυροι από τη Νεκρά Θάλασσα.
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Αλέξανδρος, κατά κόσμον Θεοφάνεβιτς Πετρόφσκιυ, γεννήθηκε στην πόλη Λουκ της περιοχής της Βολυνίας το 1851 μ.Χ. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο τμήμα Νομικής, μετά τον θάνατο της μητέρας του παραδόθηκε σε μία ζωή έκλυτη. Μία ημέρα του παρουσιάσθηκε στον ύπνο η νεκρή του μητέρα, που ο νέος την αγαπούσε πάρα πολύ και του ζήτησε να αλλάξει ζωή και να μπει σε μοναστήρι. Ο Αλέξανδρος υπάκουσε στην αίτησή της, άφησε τον κόσμο και έγινε μοναχός.
Ο Άγιος Αλέξανδρος γρήγορα κέρδισε την στοργή και την εκτίμηση των πιστών του ποιμνίου του. Η κοινωνικότητα, η ζωντάνια και το μειλίχιο ύφος του συνοδεύονταν από την ικανότητα να επιλύει με απλότητα και σοφία τις διαμάχες και να παρακινεί τους ενορίτες στην πίστη και στη χριστιανική ζωή κατά τη διάρκεια των διώξεων.
Κατά το 1930 μ.Χ. οι εκκλησίες του Χαρκώβ, που είχαν εναπομείνει, ήταν σε μεγάλο βαθμό στα χέρια των ιερέων που καθοδηγούνταν από την «Αναδιοργάνωση» (Obnovlency) ή την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας. Μονάχα η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στη Λυσάγια Γκόρα, ένα μακρινό προάστιο της πόλεως, ανήκε στην κοινότητα της Ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας. Εδώ, χάρη στον ποιμαντικό ζήλο του Αγίου Αλεξάνδρου, εξελισσόταν μια ζωντανή εκκλησιαστική δραστηριότητα. Κάθε εβδομάδα οι ιερές Ακολουθίες του Αρχιεπισκόπου Αλεξάνδρου συγκέντρωναν χιλιάδες ανθρώπων και κάθε Κυριακή η Θεία Κοινωνία διαρκούσε αρκετές ώρες. Επίσης, πάντοτε την Κυριακή, ο Αρχιεπίσκοπος βάπτιζε δεκάδες ανθρώπων (μερικές φορές μέχρι και εκατόν είκοσι).
Η εκκλησιαστική αφύπνιση των κατοίκων του Χάρκωβ και ο ενθουσιασμός του Αρχιεπισκόπου προκάλεσαν την αποδοκιμασία των αρχών. Στις 28 Ιουλίου 1938 μ.Χ. ο Άγιος συνελήφθη και στις 17 Ιουνίου 1939 μ.Χ. καταδικάσθηκε από το στρατοδικείο σε δεκαετή φυλάκιση με την κατηγορία της «αντιεπαναστατικής προπαγάνδας». Στις 5 Ιανουαρίου 1940 μ.Χ. αυτή η καταδίκη αποσύρθηκε και η περίπτωση του Αλεξάνδρου τέθηκε σε συμπληρωματική έρευνα. Αλλά ο Αρχιεπίσκοπος δεν άντεξε την διάρκεια της προφυλακίσεώς του και πέθανε τον Μάιο του 1940 μ.Χ. στο αναρρωτήριο της φυλακής. Μέσα από μεγάλες δυσκολίες και κινδύνους, οι πιστοί κατόρθωσαν να βγάλουν από την φυλακή το λείψανο του Αγίου και να το ενταφιάσουν μυστικά στο κοιμητήριο Ζαλγιούτνσκιυ του Χάρκωβ. Έκτοτε ο τάφος του Αγίου Αλεξάνδρου έγινε τόπος ιερού προσκυνήματος και για πολλά χρόνια οι πιστοί του Χάρκωβ συνέχισαν να εναποθέτουν στον τάφο του λουλούδια.
Ο μεγάλος αυτός ιεράρχης ήταν Σέρβος στην καταγωγή. Ασκήθηκε στο Άγιον Όρος και έγινε ηγούμενος του Χιλανδαρίου. Το 1317 εξελέγη αρχιεπίσκοπος «πάσης Σερβίας και παραθαλασσίας χώρας». Η φιλία του με τους αδελφούς βασιλείς Δραγούτιν και Μιλούτιν, που τον τιμούδαν ιδιαίτερα και του ανέθεσαν πολλές και σπουδαίες αποστολές, τις οποίες με επιτυχία τελείωσε, του έδωσε την ευκαιρία ν’ ανοιχθεί ευκολώτερα το έργο του. Η βαθειά και αληθινή αγάπη του στην ασκητική ζωή τον οδήγησε στο να κοπιάσει για τη διάδοσή της στη χώρα του. 
Ενόμισαν οι μάταιοι σαρκικοί άνθρωποι ότι μακριά από τον Θεό, από τα καλά ήθη και τις αρετές, μόνο με τις εξωτερικές επιδείξεις, με τις ανωφελείς τελετές στις οποίες γίνεται κακή σπατάλη εκατομμυρίων, και με κούφια λόγια, πως θα ανώρθωναν το έθνος, αλλά πλανήθηκαν.
Ο Άγιος Σίμων, Επίσκοπος Βλαδιμίρ και Σουζδαλίας, ήταν ο συγγραφέας του βιβλίου «Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου» και έγινε μοναχός στη μονή των Σπηλαίων κατά το δεύτερο ήμισυ του 12ου αιώνα μ.Χ.
Το 1206 μ.Χ. ανεδείχθη ηγούμενος της μονής Γεννήσεως της Θεοτόκου Βλαδιμίρ και το 1214 μ.Χ., με επιθυμία του πρίγκιπα Γεωργίου Βσεβολοντόβιτς (κοιμήθηκε το 1238 μ.Χ.), έγινε ο πρώτος Επίσκοπος Βλαδιμίρ και Σουζδαλίας. Στο αρχιερατικό του κατάλυμα αγωνιζόταν πνευματικά, όπως και στο μοναστήρι. Κάποτε μάλιστα, την ώρα που προσευχόταν, αξιώθηκε να δει σε όραμα την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία συνοδευόταν από πλήθος ακτινοβόλων Αγίων, ενώ στα δεξιά και στ' αριστερά της στέκονταν οι Όσιοι Αντώνιος και Θεοδόσιος.
Ό αξιοσέβαστος πατήρ Βενιαμίν γεννήθηκε στις 29 Μαΐου 1890 στην κοινότητα Λαλέστι του νομού Φαλτσίου. Δεν γνωρίζουμε τίποτε για την παιδική του ηλικία, διότι, αφ' ότου μπήκε στον μοναχισμό ό νεαρός τότε Βασίλειος, δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν για την παιδική του ηλικία και τούς συγγενείς. Δεν επισκέφθηκε τούς συγγενείς του από τότε πού έφυγε για το μοναστήρι ούτε τούς έγραψε ένα γράμμα να τούς ειπεί τουλάχιστον σε ποιά Μονή εγκαταστάθηκε. Δεν ήθελε να τον επισκεφθούν κανείς από τούς συγγενείς του, ούτε να έχει φίλους και γνωστούς. Και αυτή ή περίοδος ήταν για όλη του την μοναχική ζωή, δηλ. για 60 χρόνια!Κάποιος άλλος μοναχός, πού τον είχε επίμονα ρωτήσει για την ζωή του ως λαϊκού, του διηγήθηκε τα εξής ό π. Βενιαμίν: «Γεννήθηκα στα μέρη του Μπερλάντ το 1890. Στον στρατό ήμουν επιλοχίας. Κατόπιν για έξι χρόνια υπηρέτησα στην πολιτική αστυνομία της πόλεως Μπιρλάντ. Είχα διαταγή να κάνω κάθε είδους συλλήψεις και έρευνες στην ζωή των ανθρώπων, να ελέγχω τούς δρόμους, να συλλαμβάνω τούς κλέπτες και τούς κακοποιούς. Σαν νέος και άμυαλος πού ήμουν, κτυπούσα και με το ρόπαλο πολλούς και τούς κακομεταχειριζόμουν μέχρι να ομολογήσουν τί έκλεψαν και με ποιους συνεργάτες τους. Τότε δεν σκεπτόμουν τον Θεό. Αργότερα όμως άρχισε να με ελέγχει ό λογισμός μου. Το 1923 παραιτήθηκα απ' αυτή την υπηρεσία και αναχώρησα για την σκήτη Μοσουνάιε, νομού Βράντσα, με σκοπό να γίνω μοναχός. Ήμουν τότε 33 ετών. Μετά ένα χρόνο με έκειραν μοναχό με το όνομα Βενιαμίν.Ήμουν ευχαριστημένος και ειρηνικός με τον ηγούμενο της σκήτης, αλλά ήλθε ή αλλαγή του ημερολογίου και εγώ δεν ήθελα ν' ακούσω την Εκκλησία και να πάω με το νέο ημερολόγιο. Σκεπτόμουν ότι θα χάσω την ψυχή μου. Έτσι, συμβουλεύθηκα κι άλλους μοναχούς από διάφορα μέρη και, χωρίς την άδεια του ηγουμένου μου, αναχώρησα για ερημίτης στα βουνά και στα δάση της επαρχίας Βράντσεα. Ήσαν και άλλοι ερημίτες κοντά στην δική μου ξυλοκαλύβα, όπως ό π. Ποιμήν, ό π. Ίωαννίκιος, ό π. Σωφρόνιος κ.άλ.Εκεί όμως έκανε ό καθένας του κεφαλιού του, διότι δεν ήμασταν στην υπακοή. Ζούσαμε χωρίς ευλογία. Διαβάζαμε όλη την ήμερα το Ψαλτήρι, τις επτά καθημερινές ακολουθίες και κάναμε μερικές εκατοντάδες μετάνοιες, όσες βέβαια ημπορούσαμε. Για την τροφή μας φρόντιζε ένας δασικός...Όμως ευρισκόμουν σ' ένα μεγάλο πειρασμό. Σαν άνθρωπος ήμουν σαν πεθαμένος. Όχι μακριά από μένα ζούσε ένας άλλος μοναχός μεγαλόσχημος, ονόματι Αθανάσιος. Αυτός είχε ζήσει ένα καιρό στους Αγίους Τόπους. Κατόπιν ήλθε ερημίτης στα βουνά Βράντσεα. Γίναμε φίλοι, και για μερικούς μήνες μέναμε στην καλύβα του μαζί. Κάποτε μού απεκάλυψε ότι συγκέντρωσε 10.000 λέι για να πάει και πάλι στους Αγίους Τόπους. Ήταν επαγγελματίας βαρελοποιός. Κατασκεύαζε κοφίνια, κόφες, πανέρια, μικρά βαρέλια. Τα έδινε σε κάποιον λαϊκό και εκείνος τα πωλούσε και του έφερνε τα κέρδη του. Ήτο αγωνιστής μοναχός και ήθελε να πεθάνει στην Αγία Γη.Μία ήμερα περπατούσαμε μαζί στο δάσος σε ένα στενό μονοπάτι. Δίπλα κάτω, ήτο μία χαράδρα γεμάτη βράχους. Καθώς πηγαίναμε συζητώντας, μου ψιθύρισε στο αυτί ό σατανάς να σπρώξω τον Αθανάσιο κάτω και να του πάρω τα χρήματα. Αμέσως κατέκρινα αυτόν το σατανικό λογισμό και τον διάβολο της φιλαργυρίας και παρεκάλεσα τον Θεό να φύγει από κοντά μου τέτοια σκέψης. Έπειτα για ν' απαλλαγώ τελείως απ' αυτόν τον λογισμό, έφυγα και έφτιαξα την καλύβα μου πιο μακριά. Ό π. Αθανάσιος, πράγματι, έφυγε και πάλι για τα Ιεροσόλυμα, όπου και απέθανε.Έμεινα τρία χρόνια στην ερημιά. Δεν έμενα εκεί από αγάπη του Θεού, αλλά από αντίδραση για το νέο ημερολόγιο. Μετά τρία χρόνια μ' ελέησε ό Θεός και έστειλε σε μένα ένα σοφό μοναχό, τον π. Διονύσιο, από την σκήτη Μπράζι Παντσίου. Ό Θεός να τον ανάπαυση, διότι αυτός μ' λύτρωσε από την απώλεια της ψυχής μου.Πάτερ Βενιαμίν, μου είπε, μη στέκεσαι εδώ να στηρίζεις τάχα τα θεμέλια της Εκκλησίας, εάν δεν υπακούς στην Εκκλησία του Χριστού μας. Ό νοητός εχθρός σε εξαπάτησε. Το ημερολόγιο άλλαξε, αλλά ή Εκκλησία και ή πίστης είναι ή ίδια. Σε συμβουλεύω να εισέλθης στην υπακοή του μοναστηρίου σου. Μη μένεις εδώ σαν ένας επαναστάτης, διότι χάνεις τζάμπα τον καιρό σου. Υπάρχει ιεραρχία, υπάρχει ιερατείο, υπάρχει Θεία Χάρις, υπάρχει σωτηρία...-Όχι, όχι, δεν υπάρχει ιεραρχία και σωτηρία στην Εκκλησία, του είπα εγώ οργισμένος. Αφού άλλαξε το ημερολόγιο, όλα άλλαξαν και κατεστράφησαν!...-Εάν πιστεύεις έτσι, τότε ή οσιάτης σου είσαι αιρετικός!Όταν έφυγε ό π. Διονύσιος, εγώ βυθίστηκα σε λογισμούς: «Μήπως άραγε έχει δίκαιο; Μήπως έχω εξαπατηθεί από τούς δαίμονας; Σηκώθηκα κι πήγα στον π. Ευγένιο Δημητρέσκου από την σκήτη Προδρόμου, δίπλα στην σκήτη Παντσίου. Ήτο άγιος μοναχός. Επήγα να τον ερωτήσω;-Πάτερ Ευγένιε, τί να κάνω, διότι είμαι πολύ ταραγμένος;-Πάτερ Βενιαμίν, εάν δεν θέλεις να κατέβης από την καρότσα της ανυπακοής και του θελήματος σου, όπου ευρίσκεσαι, δεν θα επανέλθεις πάλι στην ζωή της υπακοής του κοινοβίου. Να γνωρίζεις ότι έχεις παραδοθεί στα χέρια του διαβόλου.-Πάτερ Ευγένιε, με δέχεσθε εδώ στην σκήτη σας; -Ναι, σε δέχομαι με χαρά, εάν έρχεσαι. Μόνο να ξέρης ότι εδώ θα έχεις πιο πολλούς πειρασμούς από ότι είχες στην έρημο, διότι έρχεσαι από το θέλημα σου στο θέλημα του άλλου. Εδώ οι πειρασμοί των δαιμόνων θα σταυρώνονται με την έκκοπή του δικού σου θελήματος. Θα κάνης υπακοή με σιωπή και προσευχή και θα ευρείς την ησυχία στην ψυχή σου.Πράγματι ό π. Βενιαμίν ακολούθησε τις συμβουλές του π. Ευγενίου και ειρήνευσε. Ό ίδιος έλεγε τα έξης για τον π. Ευγένιο: «Ήτο ένας ενάρετος μοναχός, με δυνατή πίστη και ζωή κατά το Ευαγγέλιο. Είδα σ' αυτόν θαυμαστά πράγματα. Κοιμόταν 3-4 ώρες το 24άωρο. Ήταν ασκητικός στο σώμα και αυστηρός στις νηστείες του. Έτρωγε μόνο τα βράδια, χωρίς να γευτεί ποτέ το κρασί.
* Μας είπατε ότι δεν δεχθήκατε καμία φορά γυναίκα στο κελί σας. Πώς τα καταφέρατε;-Ναι δεν δέχθηκα ποτέ. Ήμουν κάποτε άρρωστος στο κρεβάτι και ακούω κτυπήματα στην πόρτα, διότι μου έφερε μια γυναίκα φάρμακα για την υγεία μου. Είπα στην γυναίκα: «Αδελφή, εάν μπορείς να με κάνης υγιή, χωρίς να μπεις στο κελί μου, έχει καλώς. Εάν δεν μπορείς, να ξέρης ότι ό Βενιαμίν είτε είναι ασθενής είτε είναι υγιής, δεν θα σου επιτρέψει να μπεις στο κελί του».Καλά, πάτερ Βενιαμίν. Ήσασταν ασθενής στο κρεβάτι και πώς αρνηθήκατε το φάρμακο από την αδελφή ή όποια ήτο πιστή χριστιανή και ηλικιωμένη;-Τί λέτε, Πατέρες; Δεν διαβάσατε στο Γεροντικό το παράδειγμα με τον άρρωστο επίσκοπο στο κρεβάτι και με την γερόντισσα αδελφή, ή οποία τον περιποιείτο; Τί εμπιστοσύνη μπορείς να έχεις στον λογισμό σου όταν είναι ταραγμένος; Και ποιος ημπόρεσε να λυτρωθεί από την αμαρτία, εάν δεν μίσησε και δεν έδιωξε μακριά τα αίτια της αμαρτίας; Να τί μας λέγουν οι Πατέρες: «Όποιος ελπίζει στον εαυτό του, θα έχει πτώση φοβερή». Και ακόμη ότι έπεσαν στύλοι αρετής. Άραγε εμείς τα καλάμια, τί θα κάνουμε; * Το 1957 ό π. Βενιαμίν εστάλη από υπακοή στην σκήτη Μπουτσίουμ του Ιασίου. Τότε είχε ηλικία 67 ετών. Έμεινε και εργάσθηκε εκεί δέκα χρόνια. Ή δουλειά του ήτο να καλλιεργεί τα αμπέλια της σκήτης με την βοήθεια εργατών. Και εδώ ό καλός εργάτης της προσευχής, συνέχισε τούς πνευματικούς του αγώνες με την ανάγνωση του Ψαλτηρίου και την μονολόγιστη προσευχή του Ιησού. *Όταν κάποτε τον επισκέφθηκε ό Μητροπολίτης Μολδαβίας και Σουτσεάβας κ. Ιουστίνος, είπε (ό Μητροπολίτης) τα έξης, δείχνοντας του τα κτίρια πού τότε έκτίζοντο:-Κοίταξε, πάτερ Βενιαμίν, τί παλάτια σου φτιάχνω.-Είναι πολύ ωραία, Σεβασμιότατε, αλλά για τις μελλοντικές γενεές. Εγώ θα σας παρακαλούσα με μία βαθειά μετάνοια, να μου δώσετε ευλογία να επιστρέψω στην Συχαστρία και εκεί ν' αποθάνω.Πράγματι ό Μητροπολίτης του έδωσε ευλογία και το 1966 ό π. Βενιαμίν επέστρεψε στην μετάνοια του, στην Συχαστρία, μετά από περιπλάνηση και διακονία σε άλλα μέρη 40 χρόνων. * Ό ηγούμενος της Μονής π. Καλλιόπιος Άπετρέι καλοδέχθηκε τον γέροντα π. Βενιαμίν, ηλικίας τώρα 76 ετών και του έδωσε κελλάκι κοντά στο γηροκομείο, όπου θα εύρίσκη εύκολα την τροφή του και θ' ασχολείται με τα πνευματικά του καθήκοντα. Την δεύτερη ήμερα επήγε ό Γέροντας στον ηγούμενο και του λέγει:Πάτερ ηγούμενε, σας παρακαλώ ταπεινώς να μου δώσετε διακόνημα, διότι ό μοναχός, χωρίς διακόνημα, γίνεται παίγνιο των δαιμόνων.Βλέποντας την απόφαση του με καλό λογισμό ό ηγούμενος, του έδωσε την ευλογία να κόβει ξύλα για το μαγειρείο. Και έκαμε αυτό το διακόνημα ό π. Βενιαμίν με ζήλο και επιμονή προς παραδειγματισμό και των νεωτέρων επί τέσσαρα χρόνια. * Μία άλλη φορά -έλεγε ό ηγούμενος- όταν τελείωσε ή νυκτερινή ακολουθία του Όρθρου (Σύμφωνα με το σλαβικό τυπικό ό Όρθρος αρχίζει στις 11 το βράδυ και τελειώνει στις 2 μετά τα μεσάνυκτα) ό π. Βενιαμίν έπιασε μία γωνία της εκκλησίας και εκεί έκανε μετάνοιες λέγοντας και την ευχή. Στις 4 το πρωί είχε πάει στο μαγειρείο και έκοβε ξύλα με το τσεκούρι. Άκουσα τον θόρυβο από το κόψιμο των ξύλων και κατέβηκα στην αποθήκη του μαγειρείου. Του είπα:-Πάτερ Βενιαμίν, ή ώρα είναι 4 το πρωί, είσαι 80 ετών, γιατί δεν επήγες λίγο να ξεκουραστείς; Τί ακόμη θέλεις να κάνης;-Έεε πάτερ ηγούμενε, τί να κάνω; Εργάζομαι γι' αυτόν πού εργάζεται για μένα σ' όλη μου την ζωή.Με απόφαση του ηγουμένου ό π. Βενιαμίν εστάλη εν συνεχεία για αναγνώστης στην Σκήτη Σύχλα, εξάρτημα της Μονής, πού απέχει από την Συχαστρία τρία χιλιόμετρα και είναι μέσα σε μία πολύ ήσυχη και απρόσιτη στους πολλούς περιοχή. * Ό βοηθός του π. Βενιαμίν έλεγε κάποτε στον ηγούμενο της Συχαστρίας, τον αείμνηστο μεγάλο Γέροντα Κλεόπα Ήλίε, ότι ό γέροντας δεν πίνει στην τράπεζα ούτε μία σταγόνα κρασί. Όποτε ό Ηγούμενος μία ήμερα ερώτησε τον γέροντα:-Σαν Γέροντας σου πού είμαι, είπε μου στο όνομα του Χριστού, πόσα χρόνια έχεις πού δεν ήπιες κρασί;-Με λίγη αργοπορία του απήντησε: 34 χρόνια, Γέροντα.-Τώρα στην τράπεζα του φαγητού, θέλω να πιεις ένα ποτήρι κρασί.Και ό Γέρο-Βενιαμίν, ό μοναχός της τελείας υπακοής και έκκοπής του θελήματος του, επήρε το ποτήρι από τον Γέροντα του και το ήπιε όλο μπροστά σε όλους τούς μοναχούς. * -Θα ήθελα να ιδώ και το κελί σου, στο όποιο μένεις, πάτερ Βενιαμίν.Αμέσως ό γέροντας τον οδήγησε στο κελί του. Ό ηγούμενος είδε το πτωχότατο κελί του π. Βενιαμίν. Στο τέλος τον ερώτησε:-Δεν βλέπω να έχεις ούτε μία χτένα για τα μαλλιά σου, πάτερ Βενιαμίν. Ό γέροντας δεν απαντούσε τίποτε.-Ίσως να μην είσαι συνηθισμένος να χρησιμοποιείς χτένα. Και πάλι σιωπούσε.Λέγεται κάπου στο Γεροντικό ότι κάθε τι πού κάνουμε να έχουμε μαρτυρίες από την Άγια Γραφή. Πες μου, σε παρακαλώ, τί μαρτυρίες έχουμε για να μη χτενίζουμε τα μαλλιά μας; Και από πότε έχεις να χτενίσεις τα μαλλιά σου;Πάτερ ηγούμενε, πριν 30 χρόνια συνάντησα στα κείμενα του αγίου Έφραίμ του Σύρου ένα λόγο πού λέγει: «Στον μοναχό είναι καθυστέρησης να ετοιμάζει φαγητό. Να προτιμά την ξηροφαγία, να ξαπλώνει κάτω και συχνά να μένη αχτένιστος...». Από τότε δεν χρησιμοποιώ πλέον κτένα. Ό Καλός Θεός με οικονόμησε αυτό το δίκρανο (ξύλινη κτένα με πέντε δόντια) την οποία χρησιμοποιώ, όταν υπάρχει ανάγκη.-Από σήμερα θα έχεις δύο κτένες, π. Βενιαμίν, και θα κτενίζεις τα μαλλιά σου για όσα χρόνια ακόμη σου δώσει ό Θεός.-Έτσι θα κάνω, πάτερ ηγούμενε, όπως μου είπατε. Και πράγματι χρησιμοποιούσε τις κτένες. Αυτό αποτελεί μία μαρτυρία εκκοπής του θελήματος του, αρετή πού ιδιαίτερα τον στόλιζε. * Σε κάποιον πού μόλις είχε καρεί ρασοφόρος μοναχός και ζήτησε από τον Γέροντα λόγο ψυχωφελή, ό Γέροντας του είπε: «Από σήμερα πού έβαλες τα μαύρα, να φυλάγεσαι από το κρασί, από το πολύ φαγητό, από την φιλία με γυναίκες και να επιμελείσαι πολύ την προσευχή». * Σε κάποιον μοναχό, πού του έδειχνε το καινούργιο ράσο του, ό Γέροντας του είπε: «Πάτερ, δεν θα μας ρωτήσει ό Θεός για τα καλά μας ρούχα, αλλά για τα καλά μας έργα». * Ένας άλλος μοναχός τον ερώτησε: Τί να κάνω πάτερ, διότι δεν ημπορώ να σιωπήσω;-Να λέγεις μόνο ωφέλιμα λόγια και αυτό δεν είναι φλυαρία. * Ένας άλλος μοναχός του είπε: «Γέροντα, να πάω στο Άγιον Όρος για να βρω την σωτηρία μου;». Και εκείνος του απήντησε: «Εάν έχουμε τον Θεό, και εδώ και οπουδήποτε είναι το Άγιον Όρος». * Την περίοδο πού έμεινε στην σκήτη Σύχλα δύο χρόνια (1970-1972), οι πατέρες εκεί τον ερωτούσαν διάφορα πράγματα. Μία ήμερα είπαν στον Γέροντα:-Γέροντα, τον βλέπεις αυτόν τον μοναχό; Είναι αγιορείτης.Και ό Γέροντας για να τον ταπείνωση να μη επαίρεται επειδή έζησε ολίγα χρόνια στο Αγιον Όρος, τούς απήντησε: «Ναι, είναι άγριορείτης και ψευδό-αγιορείτης». * Ένας μοναχός είπε στον Γέροντα σε άλλη ευκαιρία: «Είσαι μακάριος εδώ, πάτερ Βενιαμίν, διότι είσαι ειρηνικός σε απομακρυσμένο ιερό τόπο».-Πάτερ, τον γάιδαρο, όπου και να τον βάλεις, γάιδαρος θα μείνει. Μακάριος είναι μόνο εκείνος ό όποιος κάνει το θέλημα του Θεού. *Ένας ιερομόναχος σαν λαϊκός παλαιότερα είχε ρωτήσει τον Γέροντα:-Πάτερ, τί συμβουλή μου δίνετε, να γίνω μοναχός ή όχι;-Παιδί μου, ό αληθινός μοναχός είναι πλουσιότερος απ' όλους τούς πλουσίους του κόσμου! Μεγάλος πλούτος. Ναι, μεγάλος. Στην ηλικία τώρα των 82 ετών ό π. Βενιαμίν δεν μπορούσε να διάβαση στην εκκλησία, διότι αδυνάτισε το φώς του. Επανήλθε και πάλι στην Συχαστρία για να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του. * Κάποια φορά, επειδή δεν έβλεπε καλά, κάθισε στο στασίδι ενός άλλου γέροντος του π. Νικόδημου. Ήλθε εν τω μεταξύ εκείνος και του εζήτησε να του αδειάσει την θέση του. Ό π. Βενιαμίν εζήτησε συγγνώμη και πήγαινε για το δικό του στασίδι. Κατά λάθος κάθισε στο στασίδι του γέροντος Φιλόθεου. Ήλθε και ό πάππους αυτός. Αρκετά αγριεμένος του ζήτησε να φύγει αμέσως από το στασίδι του. Ό π. Βενιαμίν, χωρίς να ταραχθή, του είπε σιγανά: «Πάτερ, παρακαλώ κάθισε στην θέση σου. Τόπος άξιος για μένα δεν υπάρχει ούτε και στην κόλαση». Μετά βρήκε και κάθισε στην δική του θέση. * Στην ηλικία αυτή υπέφερε από αρκετές αρρώστιες για τις όποιες δεν έλεγε τίποτε. Δεν ήθελε να πάρει ούτε φάρμακα. Ήτο ευχαριστημένος με ότι του είχε χαρίσει ό Θεός. Είχε «προστάτη» και όμως υπέμενε χωρίς γογγυσμούς την δυσκολία της ουρήσεως.-Πάτερ Βενιαμίν, να σε πάμε στον γιατρό, διότι και αυτούς ό Θεός μας τούς έδωσε.Ό Γέροντας αντί άλλης απαντήσεως έψαλλε το τροπάριο του Μεγάλου Αποδείπνου: «Κύριε των Δυνάμεων, μεθ' ημών γενού......-Αλλά και στην Αγία Γραφή, μας ομιλεί ό Θεός για την χρήσι φαρμάκων, του είπε ό αδελφός.-Τις Θεός Μέγας, ως ό Θεός ημών. Σύ ει Θεός, ό ποιών θαυμάσια μόνος. Έτσι του απήντησε ό σοφός Γέροντας. *Φθάνοντας ό Γέροντας στην ηλικία των 85 ετών, κατά τον λόγο του Ψαλμωδού, υπέφερε από πόνους, κόπους και αρρώστιες. Μία ήμερα μας είπε:Αυτή την νύκτα, ενώ στεκόμουν στην προσευχή, ήλθαν πολλοί δαίμονες φανερά τριγύρω μου και άρχισαν να μου σφυρίζουν στα αυτιά ότι δεν υπάρχει Θεός.-Και τί έκανες εσύ, Γέροντα;-Εεε, δαίμονες, γιατί δεν αφήνετε τούς μοναχούς στην ειρήνη τους και στην προσευχή τους; Και εγώ, μας είπε, συνέχισα να προσεύχομαι.Κάποια φορά τον έβγαλε ό βοηθός του στο μπαλκόνι, στον αέρα. Ό Πάππους στεκόταν με το κεφάλι σκυμμένο προς το κάτω. Ένας μοναχός τότε τον ρώτησε:-Γιατί, πάτερ, έχετε το κεφάλι κάτω σκυμμένο;-Πάτερ, οποιαδήποτε θέσης είναι καλή. Μόνο να προσεύχεται ό άνθρωπος με την καρδιά του. * Μία άλλη φορά τον βρήκε ό μαθητής του πεσμένο κάτω από το σκαμνί του. Ό παππούς όμως έψαλε το: Μεθ' ημών ό Θεός, γνώτε έθνη και ήττάσθε, ότι μεθ' ημών ό Θεός.-Πάτερ Βενιαμίν, πέσατε κάτω από το σκαμνί σας;-Δεν έπεσα εγώ, αλλά το γομάρι μου (σώμα) έπεσε. Αλλά είναι καλό να δοξολογούμε και να ψάλλουμε τον Θεό σε όποια στάσι και να είμεθα.Μία άλλη φορά καθόταν στο σκαμνί του και προσευχόταν ό Παππούς. Ό μαθητής τον ερώτησε:-Πάτερ Βενιαμίν, σας πονάει κάτι;-Έμενα δεν με πονάει τίποτε, του απήντησε γελαστός και χαρούμενος. Το γομάρι μου έχει πόνους κληρονομικούς και αμαρτίες κληρονομικές. * Ένας αδελφός τον επισκέφθηκε στο κελί του και τον ερώτησε:-Πάτερ Βενιαμίν, υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα στο κελί σας;-Ναι, πάτερ, αλλά στην κόλαση πώς θα ζήσουμε χωρίς ρεύμα;-Τουλάχιστον μία λάμπα έξω από το κελί σας να σας φωτίζει τον δρόμο.-Ναι, αλλά στην κόλαση τί φώς θα έχουμε;-Είναι καθαρό το κελλάκι σας, Γέροντα.-Ναι, παιδί μου, μόνο ό νους μου είναι ακάθαρτος.-Δεν μπορείτε να πηγαίνετε τώρα, πάτερ στην εκκλησία;-Πάτερ, εγώ είμαι πάντοτε στην εκκλησία. -Προσευχήσου για μένα, πάτερ Βενιαμίν.-Εγώ είμαι αδύνατος στην προσευχή. Μπορείς να βρεις κάποιον πιο δυνατόν; Έτσι του απήντησε ό Γέροντας, παρότι ό ίδιος προσεύχεται αδιάκοπα για την συνοδεία, τούς γονείς και αδελφούς και όλους τούς ορθοδόξους χριστιανούς. * Ένας άλλος αδελφός τον επισκέφθηκε και τον ρώτησε: Πώς πάτε Γέροντα;-Ψυχή νεκρά σε ζωντανό σώμα. -Ξέρω ότι είσθε άρρωστος, Γέροντα. Πονάτε; -Εγώ όχι, αλλά το γομάρι (σώμα) πονάει. Άφησε το να πονά, διότι λύπησε τον Δημιουργό του. -Τί κανόνα προσευχής κάνετε τώρα, Γέροντα; -Πάτερ, κραυγάζω κι εγώ στον Γλυκύτατο Ιησού μας, διότι άλλο τίποτε δεν μπορώ πλέον να κάνω. Πριν λίγο διάστημα μπορούσα να κάνω και μετάνοιες, αλλά τώρα το «ψοφίμι» μου εξεγέρθηκε και δεν θέλει να κοπιάσει άλλο...-Έχετε πολλά χρόνια στο μοναστήρι, Γέροντα; -Έχω 60 χρόνια και ούτε μία ώρα στην καλογερική ζωή, διότι την πέρασα μόνο με τούς δαίμονες, οι όποιοι μου είχαν φουσκώσει το κεφάλι ότι ήμουν ησυχαστής και με περιγελούσαν και είχα γίνει θέατρο ανθρώπων και δαιμόνων... Αυτός πού πέρασε τη ζωή του με τούς δαίμονες, ποιου γιός πλέον θα είναι; Κι αυτός που θα πάει μετά τον θάνατο του; * Ό πρώην ηγούμενος Γέρο-Ίωήλ, μας έλεγε: «Όταν τον επισκεπτόμουν στο κελί του, τον εύρισκα να κλαίει ή να προσεύχεται και αισθανόμουν άσχημα να τον διακόπτω με την παρουσία μου. Άκουγα έξω από την πόρτα του την προσευχή με τούς στεναγμούς του, και δεν έμπαινα πλέον μέσα.Πολλές φορές άκουα τον Γέροντα να λέγει μέσα στο κελί του προς τον εαυτό του: «Αδελφέ, σου ανοίγεται ή θύρα της θείας ευσπλαχνίας; Εάν σου ανοίγεται, δόξαζε τον Θεό. Εάν όχι, συ μόνος σου την κλείνεις για το πλήθος των αμαρτιών και ανομιών σου. Άραγε θα έλθουν άγγελοι να σε βοηθήσουν στην ώρα του θανάτου σου; Άραγε θα λάβεις συγχώρηση από τον αδέκαστο Κριτή, εκείνη την φοβερά μέρα της Κρίσεως, όταν θ' απολογηθείς για όλα τα έργα σου, τούς λογισμούς και τις φλυαρίες σου; Άραγε θα μπεις μέσα στο ανέσπερο φώς; Άραγε θα δεις το πρόσωπο του Χριστού; Εάν ναι, είσαι μακάρια, ψυχή μου- εάν όχι, θα γκρεμιστείς στον πύρινο ποταμό, στον ίδιο τόπο με τούς δαίμονες». * Δεν πρέπει επίσης να παραθεωρήσουμε και την μεγάλη ευλάβεια πού είχε ό π. Βενιαμίν προς την Κυρία Θεοτόκο, της οποίας ανέφερε το όνομα με συγκίνηση, ενίοτε και με δάκρυα. Ιδού πώς συχνά εκφραζόταν στις συζητήσεις με τούς Πατέρες της Μονής του.-Ευλογείτε, πάτερ Βενιαμίν.-Ό Βασιλεύς και ή Βασίλισσα να σας ευλογούν!-Πώς περνάτε τώρα, πάτερ Βενιαμίν;-Πατέρες, είμαι ένας αμαρτωλός άνθρωπος, αλλά προχωρώ, διότι ελπίζω στην Βασίλισσα του ουρανού και της γης και στο πλήθος των Αγίων Πάντων.-Σε ταλαιπωρεί ακόμη ή ασθένεια σου;-Ευχαριστώ την Μητέρα του Κυρίου για όλα όσα μου έδωσε, διότι αυτή γνωρίζει τί μου είναι απαραίτητο.-Πάτερ Βενιαμίν, πώς ήτο ή Μητέρα του Κυρίου στον καιρό της επιγείου ζωής της;-Ή Κυρία Θεοτόκος ήτο άνθος, χωρίς σκιά.-Πώς αυτό μπορούσε να συμβεί;-Ναι. Ή Μητέρα του Κυρίου ήτο άνθος, χωρίς την σκιά της αμαρτίας.-Είπέτε μας, πάτερ Βενιαμίν, ένα ωφέλιμο λόγο.-Πατέρες, μεγάλο και ανέκφραστο είναι το έλεος του Θεού προς ημάς, διότι μας έφερε από τον κόσμο στο μοναστήρι... Να ευχαριστούμε την Κυρία Θεοτόκο, διότι ευρισκόμεθα στο μοναστήρι.-Πάτερ Βενιαμίν, πώς θα σωθούμε εμείς, πού έχουμε αμαρτήσει ενώπιον του Σωτήρος μας και της Μητέρας του σε κάθε στιγμή και σε κάθε τόπο;-Πατέρες, να μη σταματάμε να κράζουμε προς την Βασίλισσα των Σεραφείμ, διότι Αυτή δεν άφησε στα νύχια των δρακόντων κανέναν απ' αυτούς πού ελπίζουν και καταφεύγουν σ' Αυτήν. * Μετά από δύο ήμερες ό π. Βενιαμίν έπεσε στο κρεβάτι λόγω της βαρείας ασθενείας του. Κάλεσε τον ίερομ. π. Ιωήλ και εξομολογήθηκε για τελευταία φορά. Κατόπιν κοινώνησε των Άχραντων Μυστηρίων. Μάθαμε ότι είπε στον π. Ιωήλ ότι δεν κάλεσε σε βοήθεια για τις αρρώστιες του ποτέ γιατρό, ούτε δέχθηκε να πιει χάπια. Για κάθε πρόβλημα της υγείας του εχρίετο με αγιασμένο έλαιο και έπινε αγιασμό. Αυτό το έκανε, όχι από περιφρόνηση προς την ιατρική επιστήμη, αλλά από δυνατή πίστη και ελπίδα στον Θεό, τον όποιον και παρακαλούσε για κάθε ασθένεια του, να τον θεραπεύση ή ας γίνει το θέλημα του.Το μοναστήρι κάλεσε τον γιατρό, ό όποιος και τον ερώτησε:-Πάτερ, είμαι ό γιατρός. Σε τί μπορώ να σε βοηθήσω;-Σ' ευχαριστώ διότι ήλθες για να με βοηθήσεις, αλλά ό δικός μου ιατρός είναι στους ουρανούς και Αυτός κανονίζει τί πρέπει να γίνει με μένα.Ό ιατρός βλέποντας τα υπογάστρια φουσκωμένα και μεγάλη δυσκολία στην αναπνοή, αμέσως αντιλήφθη την σοβαρότητα της καταστάσεως του. Είπε στον μαθητή του με εμφανή την λύπη του:-Κρίμα, θα ημπορούσε μέσα σε δύο μήνες να γίνει τελείως καλά... Τώρα όμως εξ αιτίας του προστάτου, έχουν εξογκωθεί τα υπογάστρια και έχουν πέντε κιλά υγρό. Απορώ πώς ακόμη ζει, διότι αυτό το υγρό πιέζει δυνατά την καρδιά να εργάζεται υπέρμετρα, πράγμα το όποιον σημαίνει ότι κάποια στιγμή θα παύση να λειτουργεί... Τί καρδιά είναι αυτή πού μπορεί και αντέχει μέχρι τώρα;Την επομένη νύκτα βάρυνε περισσότερο. Ανέπνεε με πολλή δυσκολία. Ενώπιον πολλών μοναχών τούς είπε μία προφητική φράση: «Αύριο, ώρα 10 το πρωί, αναχωρώ για τον ουρανό». Και πράγματι την ώρα εκείνη επήρε μία βαθειά αναπνοή και ή ψυχή του πέταξε στα χέρια του Πλαστού της. * Ένας αδελφός ερώτησε τον άρχιμ. π. Κλεόπα Ήλιε να πει λίγα λόγια για τον μεταστάντα. Τότε ό π. Κλεόπας είπε τα έξης:«Ήτο ένας γέροντας όμοιος των παλαιών γενναίων ασκητικών πατέρων, γεμάτος από ανδρεία, με μία βαθειά και θεμελιώδη πνευματική κατάσταση. Δεν είναι εύκολο σε ανθρώπους να ομοιάσουν με τέτοιους ηρωικούς μοναχούς».Πιστεύουμε ότι τα μυστήρια της ζωής ενός πνευματικού άνθρωπου κανείς από τούς ανθρώπους δεν μπορεί να τα γνωρίζει, διότι αυτός ζει κάθε στιγμή σε στενή κοινωνία με τον Θεό και, έχοντας τον φόβο του Θεού και την βαθειά ταπείνωση, αγωνίζεται πάντοτε να κρύπτη παρά να εξωτερικεύει το εσωτερικό του βίωμα, το όποιον μόνον ό Χριστός το γνωρίζει, κατά τον προφητικό λόγο: «Τοις αγίοις τοις εν τη γή αυτού εθαυμάστωσεν ό Κύριος». Και πάλιν: «Θαυμαστός ό Θεός εν τοις αγίοις αυτού».Απο το βιβλίο«Οσιακές μορφές του ρουμανικού μοναχισμού»Εκδ.Ορθόδοξος Κυψέλη/
Ο Όσιος Ιωσήφ, της Όπτινα, κατά κόσμον Ιβάν Ευθύμοβιτς Λιτόφκιν, γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1837 μ.Χ. στο χωριό Γκοροντίστσα της περιοχής Στάρομπελσκ της επαρχίας Καρκώφ, από γονείς ευσεβείς και φιλόθεους, τον Ευθύμιο Αιμιλιάνοβιτς και την Μαρία Βασίλιεβνα Λιτόφκιν. Είχαν έξι παιδιά, τρεις υιούς και τρεις θυγατέρες, τον Ιβάν, τον Πέτρο, τον Συμεών, την Αλεξάνδρα, την Άννα και ακόμη μία θυγατέρα. Η αδελφή του Αλεξάνδρα, που αργότερα έγινε μοναχή με το όνομα Λεωνίδα, διηγείτο πως ο μικρός Ιβάν ήταν πολύ στοργικό και ευαίσθητο παιδί. Με την τρυφερή ψυχή του συμμετείχε στις θλίψεις των άλλων, αν και η έμφυτη μετριοφροσύνη και συστολή του συχνά δεν του επέτρεπαν να ομιλεί. Όταν ο Ιβάν ήταν τεσσάρων ετών, έχασε τον πατέρα του και λίγο αργότερα την μητέρα του από την επιδημία χολέρας που ενέσκηψε στο χωριό.
Ο Όσιος δεν επέτρεπε ποτέ στους μοναχούς να αρνηθούν κάποιο διακόνημα. Έλεγε πως εκείνος που φέρει σε πέρας το διακόνημα που του έχουν αναθέσει, αξιώνεται να έχει ευλογημένο τέλος. Όταν οι άνθρωποι του εξέφραζαν το παράπονο πως η υπακοή ήταν δύσκολη και προκαλούσε πολλή λύπη, το πρόσωπο του Οσίου φωτιζόταν με χαρά, τα μάτια του γέμιζαν με τρυφερή πατρική αγάπη και έλεγε με έναν ιδιαίτερο πνευματικό τόνο: «Λοιπόν, και τι μ' αυτό; Λόγω αυτής της υπακοής θα γίνετε μάρτυρες». Σε κάποια μοναχή ο Όσιος είπε τα ακόλουθα: «Αν οι αμαρτίες του αδελφού σου σε ενοχλούν και δεν μπορείς να εύρεις την ειρήνη της ψυχής σου, θυμήσου τα εξής:

Φωτογραφία: bg.wikipedia.org"Η σφαγή στο Μπατάκ" του ζωγράφου ΠιοτρόφσκιΕκατό τέσσερις αγίους είχε ανακηρύξει, μέχρι το 2011, η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία. Ανάμεσά τους είναι πατριάρχες και επίσκοποι, όπως ο Κλήμης της Αχρίδας, οι Ευθύμιος και Ιωακείμ του Τυρνόβου• όσιοι φωτιστές και ασκητές όπως ο Ναούμ της Αχρίδας και ο Ιωάννης της Ρίλας• τέσσερις μονάρχες – ο Πρίγκιπας Μπογιάν- Ενραβωτά, ο Ηγεμόνας Μπορίς Α', ο Τσάρος Πέταρ και ο Πρίγκιπας Ιωάννης-Βλαντίμιρ• τρεις στρατιωτικοί και 87 μάρτυρες. Ύστερα από τις τελευταίες δυο αγιοποιήσεις – του Παϊσίου του Χιλανδαρινού, το 1962, και του Σωφρονίου της Βράτσας, δυο χρόνια αργότερα, επί της πατριαρχείας του Κυρίλλου, η Βουλγαρική Εκκλησία δεν έχει προβεί σε άλλη ανακήρυξη αγίου.


Ο Όσιος Αρσένιος, λάτρης της εργασίας, έζησε κατά τον 14ο αιώνα μ.Χ. Ο Όσιος ασκήτευε στο μοναστήρι των Σπηλαίων του Κιέβου, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Κοίμηση της Παναγίας και διακρινόταν από την αγάπη του για τη σκληρή εργασία.
Ο Όσιος Αρσένιος κοιμήθηκε με ειρήνη.Το άφθαρτο λείψανό του σώζεται στην Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου.Η μνήμη του τιμάται στις 8 Μαίου
Ἡ Θεοτόκος δὲν παρέδωσε στὴ Γραφὴ οὔτε τὶς σκέψεις Της οὔτε τὴν ἀγάπη Της γιὰ τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Της οὔτε τὶς θλίψεις τῆς ψυχῆς Της κατὰ τὴν ὥρα τῆς σταυρώσεως, γιατί οὔτε καὶ τότε θὰ μπορούσαμε νὰ τὰ συλλάβουμε. 
Ο ενάρετος ιερέας, για να ανταπεξέλθει στις βιοτικές ανάγκες, ήταν αναγκασμένος να εργάζεται σε ένα φούρνο. Αν και τα χρήματά του ήταν λίγα, δεν παράλειπε να δίνει ελεημοσύνη στους φτωχούς και τους ενδεείς. Μοιραζόταν τα χρήματα με άλλους κληρικούς που ήταν σε χειρότερη κατάσταση από αυτόν και συνέφερε στην ανοικοδόμηση εκκλησιών και στην εκπαίδευση των φοιτητών Θεολογίας. Δεν ήταν ανήσυχος σχετικά με την ζωή του, για το τι θα έτρωγε και τι θα ενδυόταν. Έχοντας εμπιστοσύνη στον Κύριο ακολουθούσε την προτροπή του Ευαγγελίου: «ζητεῖτε δὲ πρώτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμίν». Με αυτό τον τρόπο υπέφερε τη θλίψη, τη συκοφαντία και τις φυσικές επιθέσεις με υπομονή και πνευματική χαρά, υπενθυμίζοντάς μας ότι «παντὸς δυνατοτέρα ἐστὶν ἡ εὐσέβεια» και όπως και ο Ιωσίας «κατευθυνόταν ἐν ἐπιστροφῇ λαοῦ».
Μια λίγο διασκευασμένη και πολυειπωμένη ιστορία που φωτίζει το πνεύμα των ημερών μας.Ένας άνθρωπος μέσα σε ένα αερόστατο κατάλαβε σε μια στιγμή ότι χάθηκε. Μείωσε το ύψος και είδε μια γυναίκα στο έδαφος από κάτω του. Κατέβηκε λίγο περισσότερο και φώναξε,
Οι κάτοικοι της Στάργια Ρούσε έμειναν έναν αιώνα χωρισμένη από την αγαπημένη τους εικόνα της Παναγίας που κρατάει το βρέφος.Η εικόνα έχει πάρει αυτήν την ονομασία από την πόλη στην οποίαν βρισκόνταν και απ'όπου την πήραν στο Τίχβιν εξαιτίας μίας επιδημίας πανώλης το 1655.
Στις 4 Μαίου 1768 στάλθηκε στην Στάργια Ρούσε ένα αντίγραφο της εικόνας την οποία ο λαός με ανυπομονησία περίμενε.Η χαρά του λαού ήταν τόσο μεγάλη που επιτόπου η συγκεκριμένη ημέρα ορίστηκε ως ημέρα γιορτής.
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Πλάτων (Γιοβάνοβιτς) γεννήθηκε στο Βελιγράδι το 1874 μ.Χ. Μετά το πέρας των εγκυκλίων μαθημάτων του συνέχισε τις σπουδές του στη Μόσχα και το 1901 μ.Χ. επέστρεψε στη Σερβία, όπου έγινε ηγούμενος της μονής Ρακόβιτσα κοντά στο Βελιγράδι. Παράλληλα δίδασκε στο εκκλησιαστικό σεμινάριο του Βελιγραδίου.
Όταν ο Χίτλερ, κατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου, κατέλαβε το βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας, διόρισε φιλοναζιστική κυβέρνηση στην Κροατία. Η νέα κυβέρνηση απαίτησε όλοι οι Ορθόδοξοι Σέρβοι (περίπου 3.000.000 πιστοί) να ασπασθούν το Ρωμαιοκαθολικισμό, για να θεωρούνται Κροάτες, ή να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, για να μην δολοφονηθούν. Οι αρχές ζήτησαν από τον Επίσκοπο Πλάτωνα, επειδή καταγόταν από το Βελιγράδι, να εγκαταλείψει την περιοχή και να φύγει μαζί με το ποίμνιό του στη Σερβία, αλλά εκείνος αρνήθηκε σθεναρά να εγκαταλείψει το ποίμνιό του και την Επισκοπή του.
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Σερβίας, με απόφασή της, ανεκήρυξε τον Επίσκοπο Πλάτωνα Άγιο και τον ενέταξε στο αγιολόγιό της.
Μία ημέρα άκουσε στο Ευαγγέλιο τον Κύριο να λέγει: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος…». «Μήτηρ μου καὶ ἀδελφοί μου οὗτοι εἰσιν, οἱ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καὶ ποιοῦντες αὐτόν». Επίσης άκουσε κι άλλα: «Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, καγῶ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τὴ καρδία, καὶ εὐρήσετε ἀνάπαυσιν ταὶς ψυχᾶς ὑμῶν». Με τα λόγια αυτά πυρπολήθηκε η καρδιά του φωτισμένου από τον Κύριο Θεοδοσίου. Και φλεγόμενος από θείο έρωτα, συλλογιζόταν καθημερινά πώς θα μπορούσε, κρυφά από την μητέρα του, να ενδυθεί το άγιο μοναχικό σχήμα.
Μου φέρθηκαν όλοι τόσο καλά.Και οι γιατροί και οι νοσοκόμες.Συνέχεια με ρωτούσαν:''«Πως αισθάνεσαι;Μπορείς να κοιμηθείς;Μήπως πεινάς;...
Διάβασα αυτές τις μέρες το μυθιστόρημα του Μενέλαου Λουντέμη «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα». Δεν είχα τη ευκαιρία να το διαβάσω στην εφηβική μου ηλικία, όπως ίσως χιλιάδες συνομήλικοί μου. Μυθιστόρημα αυτοβιογραφικό, που μιλά για τον αγώνα ενός νέου παιδιού να μάθει γράμματα σε ένα σχολείο μετεμφυλιακό, όπου δέσποζε η πειθαρχία, η απαίτηση για συμμόρφωση με τους κανόνες της εξουσίας, όπου περιφρονούνταν η δημοτική, η γλώσσα δηλαδή του λαού, τα συναισθήματα των μαθητών, ακόμη και των καθηγητών.
Η καρικατούρα όμως του παπά-θεολόγου που περιγράφει ο Λουντέμης ταύτισε σε μεγάλη μερίδα ανθρώπων την Εκκλησία και τους λειτουργούς της με ανθρώπους απάνθρωπους και εντελώς ηθικιστές, που δεν είχαν ουσιαστικά καμία δυνατότητα προσέγγισης των νεανικών σκιρτημάτων, αλλά εμφορούνταν από την επιθυμία τους να επιβάλουν ένα είδος νοοτροπίας «πνεύμα και ηθική», όπως έλεγε ο μεγάλος μας ηθοποιός Βασίλης Αυλωνίτης. Και φοβάμαι τελικά ότι μια ολόκληρη γενιά, στην πλειοψηφία της, κατέστησε ένοχη τη διδασκαλία της αγάπης και της ελευθερίας και μετέδωσε και στα παιδιά της αυτήν την απόρριψη, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που τόσο η άνθηση της θεολογίας και του μοναχισμού την δεκαετία του 70 και του 80, αλλά και το ξύπνημα της ηγεσίας της Εκκλησίας, ιδίως από τα χρόνια του μακαριστού αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου και μετά, κατέβαλαν. Αυτήν την στερεοτυπική απόρριψη και την αδιαφορία βιώνουμε κι εμείς οι νεώτεροι κληρικοί, αλλά και οι θεολόγοι και οι λαϊκοί, στον αγώνα μας σήμερα.








Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Μακάριος, Μητροπολίτης Κιέβου, ήταν ηγούμενος της μονής της Αγίας Τριάδος Βιλένκ. Το 1495 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Μητροπολίτου Κιέβου, Ιωνά (1488 - 1494 μ.Χ.), ο Άγιος Μακάριος εξελέγη Μητροπολίτης Κιέβου. Μαρτύρησε το 1497 μ.Χ., στο χωριό Στριγκόλοβο, στον ποταμό Βζχιζά, όταν οι Τάταροι μπήκαν στη Ρωσία.
Τα άφθαρτα ιερά λείψανα του Αγίου Μακαρίου φυλάσσονται στον καθεδρικό ναό του Αγίου Βλαδίμηρου του Κιέβου.
Συγκλονιστική μαρτυρία ενός μεγάλου Θαύματος του Αγίου Εφραίμ...
Ένας από τους φανατικότερους και σκληρότερους διώκτες της Εκκλησίας του Χριστού ήταν και ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης. Έκανε στόχο του, να εξαλείψει το Χριστιανισμό και να αναβιώσει την ψεύτικη και δαιμονική θρησκεία των ειδώλων.
Ἔλεγε ἀκόμα, πώς ὅ,τι κι ἄν συμβεῖ στόν ταπεινό, ἀμέσως καταφεύγει στήν προσευχή, καί ὅλους τούς θεωρεῖ σάν εὐεργέτες. Ἐμεῖς ξεφύγαμε ἀπό τό δρόμο τῆς ἀλήθειας καί ἀπό τίς ὑποδείξεις τῶν ἁγίων, καί θέλουμε νά χαράξουμε μόνοι τό δρόμο μας, σύμφωνα μέ τά πονηρά μας θελήματα.
Του ιεραποστόλου αρχιμ.π.Ιωνά ΜούρτουΖώντας στην Ταϊβάν στο ξεκίνημα της ορθόδοξης εκκλησίας, η αγάπη μου για τους Κινέζους έγινε μεγαλύτερη. Βέβαια είχε αρχίσει από τα φοιτητικά χρόνια και τώρα έδωσε η χάρη του Θεού να βρίσκομαι εδώ να τελώ την Θεία Λειτουργία και έτσι η χάρη και η αγάπη του Θεού να γίνονται αισθητά στην Ταϊβάν.
Ο αρχιεπίσκοπος Αντώνιος(κατά κόσμον David Iliych Abashidze) γεννήθηκε στην Γεωργία το 1847.Απεφοίτησε το νομικό τμήμα του αυτοκρατορικού πανεπιστημίου του Νοβοροσισκ της Οδησσού το 1891 και την ίδια χρονιά γράφτηκε στην Θεολογική Ακαδημία.Έλαβε την μοναχική κουρά σε ηλικία 24 ετών στις 16 Νοεμβρίου 1891 πέρνωντας το όνομα Δημήτριος,προς τιμήν του Αγ.Δημητρίου του Ροστώβ.Το 1897 διορίστηκε επιθεωρητής στο Θεολογικό σεμινάριο του Κουτάισι και το 1898 διορίστηκε επιθεωρητής στο Θεολογικό σεινάριο της Τυφλίδας.Ειναι αυτός ο οποίος απέβαλε τον Joseph Dzhugashvili-γνωστότερο ως Στάλιν-από το Θεολογικό σεμινάριο.
Το 1912 εκλέχθηκε επίσκοπος Ταυρίδος και Συμφερουπόλεως.Κατά την διάρκεια του Α Παγκ.Πολέμου με πατριωτικά κυρήγματα ενθάρρυνε τον πληθυσμό,ενώ συμμετειχε σε πολλές στρατιωτικές εκστρατείες.Για την βοήθεια που προσέφερε έλαβε τιμητικά μετάλλια.Το 1917-1918,όταν ήταν στην Μόσχα για την τοπική σύνοδο,γύριζε τους δρόμους και με το μικρό του φορητό φαρμακείο βοηθούσε τους τραυματίες των εμφυλίων συρράξεων.


Σαν νικητήριος παιάνας αντηχούν στις εκκλησιές κατά τον όρθρο του Πάσχα τα λόγια τούτα καί ρίγη συγκινήσεως διαπερνούν τις καρδιές μας. Ό Ιερός υμνογράφος δανείζεται την έκφραση του Ευαγγελιστή- Προφήτη Ησαΐα (κγ' 11) «Γυναίκες έρχόμεναι, από θέας δεύτε, ου γαρ λαός εστίν έχων σύνεσιν», για να μας αποδώσει ζωντανά τίς ανεπανάληπτες εκείνες στιγμές χαράς, όταν το μήνυμα της "Αναστάσεως φθάνει στην Ιερουσαλήμ από κάποιες ευλογημένες γυναίκες. Καί παράλληλα να μας παραπέμψει στην προφητεία τη σχετική μ'αυτό το γεγονός.
Ενα τέτοιο σημείο υπάρχει καί εδώ, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ό οποίος, καθοδηγημένος από το "Αγιο Πνεύμα, ρίχνει φως στίς διηγήσεις των Ευαγγελίων καί βάζοντας τα γεγονότα στη σειρά μας δίνει το χρονικό της ημέρας, στην ομιλία του αριθμ. 18 (-Στήν Κυριακή των Μυροφόρων). Ό άγιος, ό οποίος διαπιστώνει ότι καί τα τέσσερα Ευαγγέλια κατ' αρχήν συμφωνούν στη διήγηση των γεγονότων, μας αποκαλύπτει ότι το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως του Κυρίου πρώτη από όλους τους ανθρώπους, όπως ήταν σωστό καί δίκαιο, δέχθηκε ή Θεοτόκος καί αυτή εΐδε αυτό το γεγονός.πριν από όλους τον Αναστάντα και άπήλαυσε τη θεία ομιλία Του, καί αυτή πρώτη καί μόνη άγγιξε τα άχραντα πόδια Του, έστω καί αν οι Ευαγγελιστές δέν τα λένε φανερά όλα αυτά μη θέλοντας να προσαγάγουν ως μάρτυρα τη μητέρα, για να μη δώσουν αφορμή υποψίας στους απίστους.Τοΰτο συνάγει κυρίως από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο, ό όποιος μας δίνει περισσότερες λεπτομέρειες για τις πρώτες στιγμές μετά την ανάσταση καί την πληροφορία ότι πρώτη απ' όλες ήρθε στον τάφο του Κυρίου ή Θεοτόκος. Είναι ή άλλη Μαρία, πού ήρθε μαζί με τη Μαρία τη Μαγδαληνή για να δουν τον τάφο. Καί ακριβώς τη στιγμή πού έφθαναν, ιδού έγινε σεισμός μέγας. Διότι άγγελος Κυρίου, άφοϋ κατέβηκε από τον ουρανό, άποκύλησε το λίθο από τη θύρα του μνημείου καί καθόταν πάνω σ' αυτήν. Ήταν δέ ή μορφή του σαν αστραπή καί το ένδυμα του λευκό σαν το χιόνι, από τον φόβο δέ εμπρός του ταράχθηκαν οι φύλακες κι έγιναν σαν νεκροί. "Ολες λοιπόν οί άλλες γυναίκες ήλθαν μετά το σεισμό καί τη φυγή των φυλάκων καί βρήκαν τον τάφο ανοιγμένο καί την πέτρα άποκυλισμένη. Ή δε Παρθενομήτωρ έφθανε τη στιγμή πού γινόταν ό σεισμός, άποκυλίστηκε ή πέτρα καί ανοιγόταν ό τάφος. Γι' αυτήν λοιπόν πρώτη ανοίχθηκε ό ζωηφόρος εκείνος τάφος (διότι γι' αυτήν πρώτη καί δι' αυτής έχουν ανοιχθεί σε μας όλα, όσα εΐναι επάνω στον ουρανό καί κάτω στη γη) καί γι' αυτήν άστραφτε έτσι ό άγγελος, ό όποιος προφανώς ήταν ό Γαβριήλ, ώστε, αν καί ή ώρα ήταν ακόμα σκοτεινή, αυτή με το πλούσιο φως του αγγέλου όχι μόνο να δει τον τάφο κενό, αλλά καί τα εντάφια να είναι τακτοποιημένα. Εξήλθαν δε με φόβο καί χαρά μεγάλη. Τον φόβο είχε ή Μαρία ή Μαγδαληνή καί οί άλλες γυναίκες, διότι δεν κατενόησαν τα λόγια του αγγέλου ούτε μπόρεσαν να συλλάβουν τελείως το φως, ώστε να δουν καί να μάθουν ακριβώς, ενώ ή Θεοτόκος απέκτησε τη μεγάλη χαρά, διότι κατενόησε τα λόγια του αγγέλου καί παραδόθηκε ολόκληρη στο φως, τελείως καθαρά καί θείως χαριτωμένη. Όταν δε εξήλθαν από τον Ευαγγελισμό τοϋτο, ή μεν Μαρία ή Μαγδαληνή σαν να μην άκουσε καν τον άγγελο, άφού άλλωστε καί εκείνος δεν μίλησε γι'αυτήν, διαπιστώνει μόνο την κένωση του τάφου καί τρέχει προς τον Σίμωνα Πέτρο για να πει ότι πήραν τον Κύριο. Ή δε θεομήτωρ Παρθένος, συνοδευόμενη από άλλες γυναίκες, επανερχόταν πάλι εκεί άπ' οπού ήλθε. Στό δρόμο της επιστροφής είναι πού τις συναντά ό Ιησούς λέγοντας «χαίρετε». Αυτές λέγει ό Ευαγγελιστής προσήλθαν, έπιασαν τα πόδια Του καί Τον προσκύνησαν. Όπως δε όταν ή Θεοτόκος άκουσε το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως μαζί με τη Μαρία τη Μαγδαληνή από τον άγγελο, μόνο αύτή κατάλαβε τη σημασία των λόγων, έτσι καί μαζί με τίς άλλες γυναίκες, όταν συνάντησε τον Υιό καί Θεό Της, πρώτη άπ' όλες τίς άλλες είδε καί αναγνώρισε τον Άναστάντα.
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος γεννήθηκε ἀπὸ πλούσιους γονεῖς τὴν τρίτη δεκαετία τοῦ 12ου αἰῶνος μ.Χ. στὴν πόλη Τούρωφ, στὸν ποταμὸ Προπάϊατ. Ἀπὸ πολὺ νωρὶς ὁ Ἅγιος Κύριλλος μὲ ἔνθερμο ζῆλο μελετοῦσε τὰ ἱερὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς Πατέρες. Σπούδασε μάλιστα καὶ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα.
Μετὰ ἀπὸ κάποιο χρονικὸ διάστημα, ὁ Ἅγιος ἔζησε ὡς στυλίτης καὶ ἐντρύφησε πολὺ στὴν Ἁγία Γραφή. Καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι τὸν ἐπισκέπτονταν γιὰ συμβουλὲς στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ καθοδήγηση.
Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἀπομόνωση τὸν ὁδήγησε σὲ παραίτηση ἀπὸ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο. Ἔτσι ἀφιερώθηκε πλήρως στὴν ἄσκηση καὶ τὴν συγγραφὴ πνευματικῶν ἔργων.

Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΜΒΥΣΕΛΛΗΣ
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Βίκτωρ, Επίσκοπος Γκλάζωφ, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Αλεξάνδροβιτς Οστροβίντωφ, διετέλεσε βικάριος της επαρχίας Βιάτσκαγια και γεννήθηκε στις 20 Μαΐου του 1875 μ.Χ. στο χωριό Ζολοτόε της περιφέρειας Σαρατόβσκαγια. Ο πατέρας του ήταν ιεροψάλτης και η οικογένειά του τον ανέθρεψε με παιδεία και νουθεσία Κυρίου.
Μετά από λίγο μετατίθεται στην πρωτεύουσα και διορίζεται ως ιερομόναχος της Λαύρας του Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκιυ. Το 1910 μ.Χ. γίνεται αρχιμανδρίτης και αναλαμβάνει καθήκοντα ηγουμένου της μονής Αγίας Τριάδος του Ζελενέτσκ, που βρίσκεται στην επαρχία της Αγίας Πετρουπόλεως. Στην δύσκολη περίοδο του εμφυλίου πολέμου, από τις 21 Φεβρουαρίου έως τον Δεκέμβριο του έτους 1919 μ.Χ., ο αρχιμανδρίτης Βίκτωρ εκτελεί τα καθήκοντα του υπευθύνου της Λαύρας του Αγίου Αλεξάνδρου.
Δεν πρέπει από τον ορθόδοξο χριστιανό να πάψει να υπάρχει η πίστη και η ελπίδα, ότι δια της χάριτος νικάται η αμαρτία, ότι όπως ο ληστής και η πόρνη, έτσι και αυτός θα κερδίσει τον Παράδεισο.
Ο Άγιος Στέφανος, Φωτιστής της πόλεως Περμ και Απόστολος των Ζυριανών, γεννήθηκε το έτος 1345 στην πόλη Ούστιουγκ της επαρχίας Βολογκντά της Ρωσίας από την οικογένεια του ιερέα Συμεών και της Μαρίας. Στην διάπλαση του χαρακτήρα του, επηρεάστηκε πάρα πολύ από την ευσεβή μητέρα του. Προικισμένος με πολλές δυνατότητες είχε ήδη δείξει ένα ασυνήθιστο ζήλο για τον λειτουργικό βίο της Εκκλησίας. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα είχε μάθει να διαβάζει τα ιερά βιβλία και βοηθούσε τον πατέρα του στο ναό κατά την διάρκεια των Ακολουθιών, εκτελώντας χρέη κανονάρχου και αναγνώστου.
Κατά την περίοδο της νεότητάς του, όταν βοηθούσε τον ιερέα πατέρα του στην εκκλησία, πολύ συχνά συνομιλούσε με τους Ζυριανούς. Τώρα πια, έχοντας εντρυφήσει στην πλούσια παράδοση της Εκκλησίας, ο Στέφανος φλεγόταν από την επιθυμία να κηρύξει στους Ζυριανούς το Ευαγγέλιο του Χριστού.
Το ιεραποστολικό έργο του Αγίου με την βοήθεια του Θεού άρχισε να καρποφορεί. Εκεί που άλλοτε υψωνόταν ένα είδωλο, οικοδομήθηκε ναός προς τιμήν του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, νικητή του σκότους. Ο ιερέας των ειδωλολατρών, μετά από μια ισχυρή δοκιμασία κατά την οποία αποκαλύφθηκε η πλάνη των ειδώλων, αρνήθηκε να δεχθεί το Φως της Θεότητας και αυτοεξορίσθηκε. Και ο Άγιος Στέφανος, για να ευχαριστήσει τον Θεό, έχτισε στο Βισερό μια εκκλησία προς τιμήν του Αγίου Νικολάου.
Ο Άγιος Στέφανος προστάτευε το ποίμνιό του από τις απάτες των διεφθαρμένων αξιωματούχων, προσέφερε ελεημοσύνη και το βοηθούσε στην οργάνωση της άμυνάς του εναντίων των εισβολών των άλλων φυλών. Άλλοτε πάλι ταξίδευε στη Μόσχα και το Νόβγκοροντ, για να υποστηρίξει τα συμφέροντα των Ζυριανών, που πολλές φορές καταπιέζονταν από τους Ρώσους υπαλλήλους.
Ο Όσιος Σιλβέστρος της Ομπνόρα, γεννήθηκε τον 15ο αιώνα μ.Χ. στη Ρωσία. Από νεαρή ηλικία είχε εσωτερικά τον πόθο να μονάσει. Έτσι εγκατέλειψε τον κόσμο και κατάφυγε στη μονή της Αγίας Τριάδος, όπου υπήρξε δόκιμος και υποτακτικός του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ (τιμάται 5 Ιουλίου). Αφού παρέμεινε εκεί για ένα χρονικό διάστημα και πρόκοψε στην υπακοή, ο Όσιος Σιλβέστρος έλαβε την ευλογία για να μείνει μόνος στην έρημο και να συνεχίσει εκεί τον ασκητικό του αγώνα.
Μέσα στο πυκνό δάσος, δίπλα στον ποταμό Ομπνόρα ο οποίος συνεχίζει την ροή του στον ποταμό Κοστρομά, έστησε ένα σταυρό στο σημείο όπου διάλεξε και ξεκίνησε από εκεί τον πνευματικό του αγώνα. Για μια μεγάλη χρονική περίοδο κανείς δεν ήξερε τίποτα για τον Άγιο ερημίτη. Το κελλί του αποκαλύφθηκε τυχαία από έναν χωρικό, ο οποίος είχε χάσει τον δρόμο του. Αυτός είπε στον ενοχλημένο ερημίτη ότι οι άνθρωποι είχαν δει λαμπρές ακτίνες και ένα στρώμα νεφέλης επάνω από την κατοικία του. Ο Όσιος Σιλβέστρος ξέσπασε τότε σε δάκρυα πικρίας, επειδή το μέρος της απομονώσεώς του είχε ανακαλυφθεί. Ο προσκυνητής παρακάλεσε επίμονα τον Όσιο να του μιλήσει για τον εαυτό του. Ο Όσιος Σιλβέστρος είπε ότι εκεί έμενε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, τρώγοντας φλοιούς δένδρων και ρίζες. Στην αρχή ήταν αδύναμος χωρίς ψωμί και μια φορά έπεσε στο έδαφος από την αδυναμία του. Τότε, ένας Άγγελος με τη μορφή ενός θαυμάσιου άνδρα εμφανίσθηκε μπροστά του και τον άγγιξε στο χέρι. Από εκείνη την στιγμή ο Όσιος δεν ένιωσε ξανά αδυναμία.
Είχε έλθει με τον πατέρα του από τη Β. Ήπειρο, που ήταν ξυλάς κι έμενε στο έργατόσπιτο του Κελιού μας. Πεθαίνοντας ό πατέρας τον άφησε στους Γέροντες. Ήταν ένδεκα χρονών. Είχε γεννηθεί στην Κορυτσά το 1907. Η κουρά του έγινε το 1992(;). Έμενα ή κουρά μου έγινε το 1955. Ήταν απλός, καλός, Η φιλότιμος, φίλεργος και φιλάδελφος. Σε όλα πρώτος. Στην εκκλησία, στο διακόνημα, στους κήπους, στη μαγειρική. Δεν βγήκε στο κόσμο ποτέ παρά μόνο μία φορά στη Θεσσαλονίκη για θέματα υγείας.
Φωτ.Αρχείο π.Δαμασκηνού ΓρηγοριάτουἈνάμεσα στούς κληρικούς καί ἐργάτες τῆς Ἱεραποστολῆς Κολουέζι ἐργάζεται καί ὁ παπᾶ Λάζαρος. Διακρίνεται γιά τήν πολλή ὑπακοή του, τήν ταπείνωσι καί τήν ἐργατικότητα.
Χωρίς Εσένα δεν θέλω να σωθώ.

Και άλλες φώτο
H μητέρα του Αγίου όλες αυτές τίς ήμερες πού βασανιζόταν προσπαθούσε όχι μόνο να τον ενδυναμώνει, να του δίνει θάρρος καί να του υπενθυμίζει τον παράδεισο πού θα κερδίσει αν μείνει σταθερός στην πίστη του, αλλά προσευχόταν, νήστευε καί καθημερινά του πήγαινε τα Άχραντα Μυστήρια.
''Ως εν ουρανώ και επι της γης''Μια εκπληκτική έκθεση φωτογραφίας της Cristina Nichituş Roncea. με θέματα από την καθημερινότητα της ορθόδοξης Ρουμανίας
Όταν ήμουν μικρός, ο Άγιος Γεώργιος φάνταζε στο μυαλό μου σαν ο πρωταγωνιστής ενός παραμυθιού.Ο νεαρός και γενναίος Άγιος,το άσπρο άλογο,ο δράκος,το κοντάρι και η όμορφη πριγκίπισσα,συνέβαλαν σε αυτό.Κάθε που κοίταζα την εικόνα σκεφτόμουν πόσο δυνατός ήταν αφού κατάφερε να νικήσει έναν δράκο.
Ο Γρηγόριος ήταν κι αυτός ένας από τους συνοδοιπόρους των Κολυβάδων, που ακλούθησε το γέροντα του Νήφωνα σε πολλούς σταθμούς, στο Άγιο Όρος, σε διάφορα νησιά του Αιγαίου και κατέληξαν στην Πάτμο.
Μία σελίδα για τους φαν του Αντρέι Ταρκόφσκι
«Τι είναι η πίστη; Η πίστη είναι υγιής και παραγωγικός διάλογος με το αθέατο, με το άγνωστο και με το άχρηστο, το φαινομενικώς άχρηστο. [...] Σήμερα η σύγχρονη φυσική, η αστροφυσική μιλάει για το αθέατο σύμπαν. Υπάρχει το ορατό σύμπαν, το οποίο καλύπτει το πολύ – πολύ το 4% του πραγματικού σύμπαντος. Και μάλιστα αυτό που φαίνεται με το μάτι είναι το 0,4%. Τα 3,6% είναι θερμή ενδογαλαξιακή ύλη· έτσι ονομάζεται. Αυτό που βλέπουμε με τα τηλεσκόπια – όχι μόνον με τα οπτικά τηλεσκόπια, αλλά με τα τηλεσκόπια που λαμβάνουν και σε άλλες περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος – είναι ένα απειροελάχιστο ποσοστό αυτού που υπάρχει. Το 23% λέγεται σκοτεινή ύλη και το 73% σκοτεινή ενέργεια. Άρα το 96% είναι σκοτεινό, μη ορατό, μη θεατό, μη άμεσα ανιχνευόμενο. Αυτό το 96% κρύβει μέσα του το 99% των ωραίων μυστικών της φύσεως. Η μη θεατή ύλη κρύβει τη βαθύτερη ομορφιά του σύμπαντος και του κόσμου στον οποίο ζούμε...»
Για το γεγονός της υγροποίησης του πηγμένου αίματος,η οποία λαμβάνει χώρα και σημερα κατά την ημέρα της μνήμης του, έχουν γραφτεί πολλά,μεταξυ άλλων,από επιστήμονες,φιλοσόφους και συγγραφείς.Θυμίζουμε τον Φρόυντ,τον Βολταίρο,τον Αλέξανδρο Δουμα.Το σταμάτημα των εκρήξεων του Βεζουβίου,η ανάσταση μιας κοπελίτσας και πολλά ακόμη θαύματα αναποδογύρισαν όμως όλην την ''λογική'' της επιστήμης.
Δεν πρέπει η ψυχή μας ν' αντιστέκεται και να λέει, «γιατί το έκανε αυτό ο Θεός, γιατί το άλλο αλλιώς, δεν μπορούσε να το κάνει διαφορετικά;».
Συνέντευξη στον Χρήστο Παρίδη Photo: Xρύσα Νικολέρη
...Απλότης και αγάπη χαρακτήριζαν τα Καυσοκαλύβια. Επάνω σ' αυτή στηριζόταν κι ένα ωραίο τους πασχαλινό έθιμο: Κάθε Πάσχα οί πατέρες έσχημάτιζαν ομάδες καί περιήρχοντο τίς καλύβες, για να χαιρετήσουν, να άλληλοευχηθοΰν καί να ανταλλάξουν το «Χριστός Ανέστη». Έτσι κι εκείνο το Πάσχα, από το ησυχαστήριο των διδασκάλων μου, έβλεπα τους πατέρες καθ' ομάδας, σαν τα παιδάκια πού λένε τα κάλαντα, να πηγαίνουν από καλύβα σε καλύβα καί να ψάλλουν όλοι μαζί το «Χριστός Ανέστη», το «Ό άγγελος έβόα» καί άλλους πασχαλινούς ύμνους μ'ένα πηγαίο ενθουσιαστικό παλμό. Μερικές μάλιστα ομάδες συνέπεσε να συναντηθούν στην καλύβη του γέροντα Μιχαήλ, του καλοκάγαθου εκείνου νησιώτη μοναχού με την πλούσια καλωσύνη. Μετά τα συνήθη αναστάσιμα τροπάρια, κάθησαν όλοι για κέρασμα έξω στην αυλή της καλύβης. Από το ησυχαστήριο μας φαίνονταν πολύ καθαρά. Ήσαν καθισμένοι σε ξύλινα παγκάκια. Επάνω στο υπαίθριο τραπέζι είχαν παρατεθεί πασχαλινά κόκκινα αυγά, τυρί, κρασί... Οταν πλέον διετράνωσαν την χαρά καί τη νικητήρια ιαχή της πίστεως, το «Χριστός Ανέστη», καί με τα επίγεια αγαθά, πήραν στα χέρια τους μουσικά βιβλία κι έψαλαν με άφθαστη χάρη. Θα τους ζήλευαν καί οί άγγελοι ακόμη στον ουρανό! Οί φωνές τους αγνές, χαρμόσυνες, πανηγυρικές, στο αυθόρμητο παραλήρημα της Αναστάσεως, αντιλαλούσαν στην χαράδρα, κατέβαιναν στην γαλανή θάλασσα, υψώνονταν επάνω κι από τον Άθω ως τ' αστέρια του ουρανού...
Όταν ήρθε σε νόμιμη ηλικία νυμφεύθηκε την κυνηγημένη από τους Τούρκους Καλλιόπη από την οικογένεια των Γεροντάκηδων ή Γεροντήδων, η οποία ζούσε κρυμμένη και εκείνη στα νοτιοανατολικά παράλια, φοβούμενη μήπως έχει την ίδια τύχη που είχε η μοναδική αδελφή της, η οποία αυτοκτόνησε για να μην ατιμασθεί από ένα Τούρκο που είχε ενδιαφερθεί έντονα γι’ αυτήν. Γι’ αυτό και η Καλλιόπη στάλθηκε από τους γονείς της στις ερημικές ακτές της περιοχής, κοντά στην έρημη τότε Μονή Καψά και τελικά παντρεύθηκε τον Γεροντογιάννη, με τον οποίο απέκτησε τέσσερα παιδιά, τρεις κόρες κι ένα γιο.
Ο Γεροντογιάννης ήταν ατίθασος, αλλά ιδιαίτερα ευσεβής. Πολλές φορές είχε γίνει στόχαστρο των τουρκικών αρχών και τον είχε καταδιώξει η Τουρκική Αστυνομία. Γι’ αυτό συχνά κατέφευγε με την οικογένειά του στο φαράγγι των Περβολακίων, όπου ήταν αδύνατο να τον ανακαλύψει κανείς. Το περισσότερο διάστημα του έτους διέμεναν στο μετόχι «Κατσαρόλι», κοντά στις Λιθίνες.
Τα γεγονότα αυτά, όπως ήταν φυσικό, δημιούργησαν θόρυβο γύρω από το όνομά του. Τη χρονιά αυτή επικρατούσε αναστάτωση λόγω της επανάστασης και ο Γεροντογιάννης θεωρήθηκε ύποπτος από τις Τουρκικές αρχές και διαβλήθηκε ως επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, διότι τάχα οι συναθροίσεις στο σπίτι του είχαν σκοπούς επαναστατικούς με θρησκευτικό πρόσχημα. Η αλήθεια είναι ότι τον Όσιο Γεροντογιάννη περιέβαλαν κυρίως ασθενείς και ανάπηροι άνθρωποι, στον οποίο κατεύφευγαν για να βρουν ανακούφιση, παρηγοριά και θεραπεία. Τρεις φορές κλήθηκε για να απολογηθεί ενώπιον του Διοικητού Κρήτης Μουσταφά Πασά. Όμως αυτές οι αλλεπάλληλες διώξεις και προσαγωγές στο Ηράκλειο είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, αφού από κάθε χωριό που περνούσε ο διωκόμενος καλόγερος σήμαινε συναγερμός και μαζεύονταν πλήθος κόσμου για να τον χαιρετήσει και να λάβει την ευλογία του. Μάλιστα κατά την τρίτη προσαγωγή του Γεροντογιάννη συγκεντρώθηκε πλήθος πιστών με αποτέλεσμα να εξοργιστεί ο Διοικητής και να διατάξει τη φρουρά του να διαλύσει με βία το πλήθος και να οδηγήσει τον Γεροντογιάννη αμέσως στη φυλακή. Ύστερα από παράκληση όμως κάποιου Σητειακού συμβούλου του Διοικητή, του Ιωάννου Καπετανάκη ή Γαλανάκη από το χωριό Κρυά, του επιτράπηκε να πάρει στο σπίτι του τον Γεροντογιάννη, χωρίς όμως να βγαίνει έξω μέχρι να να εκδοθεί η απόφαση, η οποία φημολογούνταν ότι θα ήταν η εξορία εκτός της Κρήτης ή η φυλάκιση. Συνέβη, όμως, ο σοβαρός τραυματισμός του μικρού παιδιού του Διοικητού, που γκρεμίστηκε από τη σκάλα και έμεινε αναίσθητο, χωρίς να μπορεί κανένας ιατρός να το επαναφέρει στις αισθήσεις του. Η πατρική στοργή ανάγκασε τον Τούρκο Διοικητή να καλέσει τον θαυματουργό θεραπευτή των Ρωμιών, τον Γεροντογιάννη, ο οποίος πράγματι μόλις ακούμπησε το χέρι του πάνω στο αναίσθητο παιδί και απήγγειλε μια ευχή, αμέσως το μισοπεθαμένο παιδί απέκτησε τις αισθήσεις του και επανήλθε στη ζωή. Ανάλογη θεραπεία έδωσε και στην πεθερά του Διοικητού την οποία απάλλαξε από χρόνια και ανίατη αρώστια. Τότε ο Τούρκος Διοικητής άφησε ελεύθερο τον Γεροντογιάννη να επιστρέψει στο χωριό του για να συνεχίσει το φιλάνθρωπο έργο του. Μάλιστα με πολλή ευγνωμοσύνη του έστειλε πλούσια δώρα στο χωριό του, αλλά εκείνος δέχθηκε να κρατήσει μόνο 17 κανδύλια για τον ναό της Παναγίας των Λιθινών. Τότε ο Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Ιλαρίων συμβούλευσε τον Γεροντογιάννη να πάει σε μία ερημική μακρινή περιοχή, έτσι ώστε να σταματήσουν οι αντιδράσεις και οι καταγγελίες των Τούρκων. Ως καταλληλότερο χώρο δεν μπορούσε να σκεφθεί ο Όσιος άλλο τόπο εκτός το ημιερειπωμένο Μονύδριο του Καψά, όπου γεννήθηκε, βαπτίσθηκε και νυμφεύθηκε. Ετσι, η νεώτερη ιστορία της Μονής αρχίζει με την απόφαση του να εγκατασταθεί το έτος 1841 μ.Χ., στην έρημο του Καψά.
Η Ανάσταση του Χριστού,
«Το καθαρτικό φως πού άρχισε να καίη την σαπίλα μου όταν βρήκα τον Χρίστο είναι το στοιχείο πού καθαρίζει τον αέρα στην ζωή μου καί προσεύχομαι να συνεχίζη να με φωτίζη μέσα από σας.Καταλαβαίνω ότι εάν επέρχεται σε κάποιο βαθμό ή κάθαρση σε μένα είναι αποτέλεσμα του Ελέους Του πού με γεμίζει μετά την θεία Κοινωνία.Ακόμη προσπαθώ να προσαρμοστώ από την καταστροφή πού μου προξένησαν τόσα πολλά χρόνια αμαρτίας μαζί με τα ναρκωτικά...Μπορώ να προσεύχομαι σε κάθε περίσταση, καί τελικά αυτή είναι ή μόνη αληθινή προσφορά στον καθένα...Μέσα από την θεία αποκάλυψη του ζωντανού αλλά καί του γραπτού μηνύματος πού μεταδίδετε έχω αρχίσει να αντιλαμβάνομαι έναν λόγο για τον όποιον ή ύπαρξη μου έχει μεταπηδήσει από τον θάνατο στην ζωή. Ή βαθειά αγάπη στην καρδιά μου έχει έπανατοποθετηθή στην σωστή της θέση. Ή ακόρεστη επιθυμία έχει μια ποιότητα Ιδιωτικής και ήρεμης γλυκύτητας καί όχι μανιώδη επιδίωξη της λαγνείας στον ύψιστο βαθμό της πού έχει μέσα της το μαρτύριο του Σισύφου. Αυτή ή τραγική αναζήτηση πού κατευθύνεται από συγκεκαλυμμένους δαίμονες καταλήγει σε πνευματική άβυσσο... στην προπατορική τραγωδία. Το τρόπαιο της είναι ό θάνατος της ψυχής πού προσφέρουν στον εαυτό τους οι νικητές ουρλιάζοντας από χαρά για την νίκη τους.
'Εχω την αίσθηση μιας ολοκληρωτικής απελευθέρωσης καί ανακούφισης καί μιας χαράς πού με κατακλύζει μόλις κοινωνήσω, καί μένει μαζί μου όλο καί περισσότερο.'Έπειτα ή άλλη πραγματικότητα της κατάστασης μου με επαναφέρει, καί πάλι αρχίζω να ετοιμάζομαι για την Κοινωνία. Βρίσκω την ίδια στιγμή καί την χαρά καί το πένθος να γεμίζουν την καρδιά μου μέσα σε μια έντονη αίσθηση γλυκού πόνου. Δεν μπορώ να συγκρατήσω το μέγεθος αυτής της κατάστασης μέσα μου. Οι δύο αυτές διαφορετικές καταστάσεις αναμειγνύονται καί εναλλάσσονται. Καί οι δύο με έλκουν στην προσευχή, οπού κι αν βρίσκομαι.Δεν φοβάμαι τόσο πολύ να ζω καί να κινούμαι μέσα στον κόσμο.'Οταν βαπτίσθηκα φοβόμουν να αφήσω την «ασφάλεια» του μοναστηρίου ή να κάνω ένα βήμα προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, διαπιστώνοντας ξαφνικά καί με οδύνη πόσο μεγάλος κίνδυνος καί κόλαση υπάρχει παντού. Αρχίζω να καταλαβαίνω ότι ό παράδεισος καί ή κόλαση πάνω στην γη είναι μια νοητική επιλογή, πού υπάρχει μέσα στην καρδιά, άσχετα από το περιβάλλον. Μερικά απλά σπίτια έχουν μια καθαρή καί αγνή ατμόσφαιρα του ουρανού, ενώ μερικά μοναστήρια ελίσσονται προς τη μιζέρια μέσα σε μια κόλαση υποκρισίας.Αισθάνομαι εντελώς ελεύθερη, γιατί μπορώ να κάνω το πιο σπουδαίο πράγμα οπού κι αν είμαι, καί μαθαίνω από πολλές περιστάσεις, κυρίως από τίς δύσκολες πού μου ραγίζουν την καρδιά. Αντί για φόβο καί υποχώρηση από το έπιθυμητικό μου αναβλύζει ή προσευχή.Από μια άποψη αυτό έχει άναπτυχθη σε ελευθερία από το πνίξιμο του Φαρισαϊκού νομικισμού πού κυριαρχεί στην ρωσική ενορία εδώ».Συμπέρασμα
Ζοῦσαν σ’ ἕνα μικρὸ ὄμορφο χωριὸ τῆς Κεντρικῆς Μακεδονίας, στὰ σύνορα μὲ τὴ χώρα ποὺ πλαστογραφώντας τὴν Ἱστορία ὀνομάστηκε Μακεδονία. Ἀπὸ τὰ ὑψώματα τοῦ χωριοῦ βλέπει κανεὶς τὰ πρῶτα χωριὰ τῶν Σκοπιανῶν.
Τότε που οι Τούρκοι ήταν εδώ, και ζούσαν από το πλιάτσικο, άρπαξε και φάει δηλαδή, έβαλαν στο μάτι ένα μοναστήρι του Αι-Γιάννη και αποφάσισαν να πάνε να το πάρουν. Είπαν μερικοί:
Ο Άγιος νέος ιερομάρτυς Αλέξανδρος (Gnevushev)γεννήθηκε στις στις 23 Σεπτεμβρίου 1889 στο χωριό της Ρωσίας Cilnius Simbirsk.Ο πατέρας του ήταν ο ιερέας Φέντορ Βασίλεβιτς.Στις 9 Μαρτίου 1914 χειροτονήθηκε ιερέας για την ενορία της Γεννήσεως της Θεοτόκου στο χωριό Aleykino Simbirsk.Το 1923 τον εστειλαν στο χωριό Bryandino.
Ο Θανάσης Λιοντζόπουλος μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα θυμάται όλες τις αναφορές του πιστού Άγγελου Αναστασιάδη στην Παναγία, αγωνιστική με αγωνιστική στον ΠΑΣ Γιάννινα!
'Ενας άλλος συμβολικός τρόπος απεικονίσεως της Αναστάσεως, ήδη από την εποχή των κατακομβών, είναι ή παράσταση του προφήτη Ίωνά, ό όποιος αποβάλλεται -σώος καί αβλαβής- από την κοιλιά του κήτους. Βλέπε καί τη σχετική διήγηση (Ίωνά α' -δ'), ή οποία διαβάζεται ως προφητεία στον Εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου,ακριβώς ένεκα της βαθιάς συμβολικότητάς της. Όρθώς ό Ίωνάς θεωρείται ως προεικόνιση του Χρίστου, άφού ό ίδιος ό Κύριος εΐχε τονίσει, όταν έλεγε στους Φαρισαίους: «... ώσπερ γαρ έγένετο Ίωνάς ό προφήτης εν τη κοιλία του κήτους τρεις ημέρας καί τρεις νύκτας, ούτως εσται καί ό Υιός του Άνθρωπου εν τη καρδία της γης τρεις ημέρας καί τρεις νύκτας» (Ματθ. 12,40). Μετά δε την τριήμερο ταφή, ό Χριστός ανέστη, όπως «καί ό Ίωνάς έκβήκεν από το κήτος τριήμερος» (άγ. Νικόδημος Αγιορείτης, Έορτοδρόμιον). Ένεκα τούτου, ό ιερός Δαμασκηνός γράφει (στον ειρμό της ς' ωδής του περίφημου κανόνα του Πάσχα), τα έξης: «Κατήλθες εν τοις κατωτατοις της γης καί συνετριψας μοχλούς αιωνίους κατόχους πεπεδημένων Χριστέ, καί τριήμερος, ως εκ κήτους Ίωνάς, έξανέστης του τάφου» (Πεντηκοστάριον).
Κατά τον 6ο αιώνα, εμφανίστηκε -προς λειτουργική χρήση- ένας άλλος εικονογραφικός τύπος της Αναστάσεως. Είναι γνωστός ως «Λίθος», οπού εικονίζονται οί Μυροφόρες στο «κενό μνημείο» ή καί ή εμφάνιση του Χριστού σε αυτές. Στό γνωστό Ευαγγέλιο του Ραμπουλα (τέλη του 6ου αιώνα), κάτω από τη Σταύρωση έχουν εικονιστεί δύο παραστάσεις με θριαμβευτικό χαρακτήρα: οί Μυροφόρες μπροστά στο κενό μνημείο καί ό Χριστός, πού εμφανίζεται σ' αυτές, ντυμένος με το λευκό χιτώνα της Αναστάσεως. Στό κέντρο ακριβώς της συνθέσεως αυτής, υπάρχει το άδειο μνημείο καί οί κοιμώμενοι στρατιώτες, ό δε Τάφος του Χριστού ξεχωρίζει τίς δύο παραστάσεις αυτές. 
Γεγονός όμως είναι ότι ή «αγιοκαταταξη» του Δωδεκαόρτου δεν έχει πάντοτε μια σταθερή θέση. Συνήθως ιστορείται στους τοξωτούς χαμηλούς τοίχους (καμάρες) των μικρότερων καμαροσκεπών ναών, ενώ στους τρουλλαίους εγγεγραμμένους ναούς, στις υψηλότερες επιφάνειες. Ή εις 'Αδου Κάθοδος, είτε είναι απόρροια ρωμαϊκών προτύπων είτε εμπνέεται από την κάθοδο του Ηρακλή στον 'Αδη, είναι μία παράσταση πού διακρίνεται όχι μόνο για την πολλαπλότητα των έγκλειομένων εννοιών, αλλά καί για την πλούσια καί υψηλή της αισθητική απόδοση. Οι Μυροφόρες στον Τάφο ή ή παράσταση του «Λίθου» είναι ένας «ποιητικός» τύπος της Αναστάσεως, κυρίως της πρώϊμης βυζαντινής εποχής.




«Πήρε το χρυσό μήλο ό Θεόφιλος καί μαζί με την μητρυιά του μπήκε στη μεγάλη αίθουσα υποδοχής, οπού ήταν συγκεντρωμένες οι υποψήφιες καί όλοι οι παλατιανοί αξιωματούχοι. Όλοι υποκλίθηκαν μπροστά στο βασιλιά καί την βασιλομήτορα. Ό Θεόφιλος προχώρησε μόνος στο μέρος πού ήταν οι αρχοντοπούλες καί στάθηκε για λίγο σαν να ήταν έτοιμος να δώσει το χρυσό μήλο σε μια από τίς νέες. "Εμεινε εκεί καί όλοι τότε είπαν, ότι, να, ό Θεόφιλος θα δώσει το χρυσό μήλο στην νέα Αύγούστα την Εικασία, "ωραιότατη πάνυ"... Καί κείνη πίστεψε, για μια στιγμή, ότι σε λίγο θα ήταν ή Αυγούστα.
»Ή Θεοδώρα άνηκε στίς πρώτες τίς αρχοντοπούλες. Καί το θρόνο τον χρωστάει στην εξυπνάδα μιας άλλης γυναίκας, της Εικασίας (Κασσιανής). Χωρίς αυτό, φυσικά, να σημαίνει, ότι ή ίδια είναι κουτή.
«Κύριε, τίς έπίστευσε τη ακοή ημών; καί ό βραχίων Κυρίου επί τίνι απεκαλύφθη; Άνηγγείλαμεν εναντίον αύτοϋ ως παιδίον, ως ρίζα εν γη διψώση, ουκ εστίν αύτφ είδος, ουδέ δόξα· καί εΐδομεν αυτόν καί ουκ είχεν είδος, ούδέ κάλλος, αλλά το είδος αύτού άτιμον παρά πάνταςανθρώπους». (Ήσ. νγ'. 1,2,3).«Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών, κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ. Ιδού ό βασιλεύς σου έρχεται σου δίκαιος, καί σώζων αυτός πραΰς καί έπιβεβηκώς επί ύποζύγιον καί πώλον νέον». (Ζαχαρ. θ'. 9).«Καί έστησαν τον μισθόν μου τριάκοντα αργυρούς... Καί έλαβον τουςτριάκοντα αργύρους καί ένέβαλον αυτούς εις οίκον Κυρίου εις το χωνευτήριον». (Ζαχαρ. ια'. 12,13).«Εγώ δε ειμί σκώληξ καί ουκ άνθρωπος,όνειδος ανθρώπων καί έξουθένημα λαού.Πάντες οι θεωρούντές με έξεμυκτήρισάν με, έλάλησαν εν χείλεσιν, εκίνησαν κεφαλήν ήλπισεν επί Κύριον, ρυσάσθω αυτόν, δτι θέλει αυτόν».«Έγενήθη ή καρδία μου ώσεί κηρός τηκόμενος εν μέσω της κοιλίας.Έξηράνθη ως όστρακον ή ισχύς μου, καί ή γλωσσά μου κεκόλληται τω λαρύγγι μου καί εις χουν θανάτου κατήγαγές με... ώρυξανχείρας μου καί πόδας μου, έξηρίθμησαν πάντα τα οστά μου- αυτοί δε κατενόησαν καί έπείδόν με». (Ψαλμ. κα'. 16).«Διεμερίσαντο τα Ιμάτια μου έαυτοίς καί επί τον ίματισμόν μου έβαλονκλήρον». (Ψαλμ. κα'. 18).«"Ενεκα σου ύπήνεγκα όνειδισμόν, έκάλυψεν έντροπή το πρόσωπον μου· άπηλλοτριωμένος έγενήθην τοίς άδελφοίς μου καί ξένος τοις υίοίς της μητρός μου.Οτι ό ζήλος του οίκου σου κατέφαγέ με καί οί όνειδισμοί των όνειδιζόντων σε έπέπεσον έπ' έμέ. Καί συνεκάλυψα εν νηστεία την ψυχήν μου, καί έγενήθη εις όνειδισμούς έμοί· καί έθέμην το ένδυμα μου σάκκον, καί έγενόμην αύτοίς εις παραβολήν. Κατ' έμού ήδολέσχουν οί καθήμενοι εν πύλη καί εις έμέ εψαλλον οί πίνοντες οίνον... Σύ γινώσκεις τον όνειδισμόν μου καί την αισχύνην μου και την έντροπήν μου- εναντίον σου πάντες οί θλίβοντές με... Καί έδωκαν εις το βρωμά μου χολήν, καί εις την δίψαν μου έπότισάν με οξος... Πτωχός καί αλγών ειμίεγώ». (Ψαλμ. ξη'. 8-13,20-22, 30).«Που σου θάνατε το κέντρον, που σον "Αδη το νΐκος;» (Κορινθ. Α'. ιέ. 55. Ώαηέ. ιγ'. 14).«Ιδού συνήσει ό παις μου καί ύψωθήσεται καί δοξασθήσεται καί μετεωρισθήσεται σφόδρα. Όν τρόπον έκστήσονται επί σε πολλοί, ούτως άδοξήσει από των ανθρώπων το είδος σου καί ή δόξα σου από υιών ανθρώπων (Ήσ. νβ'. 13,14)».«"Ανθρωπος εν πληγή ων καί ειδώς φέρειν μαλακίαν,ότι άπέστραπται το πρόσωπον αυτού, ήτιμάσθη καί ουκ έλογίσθη. Ούτος τάς αμαρτίας ημών φέρει καί περί ημών όδυνάται, καί ημείς έλογισάμεθα αυτόν είναι εν πόνω και εν πληγή υπό Θεού καί εν κακώσει. Αυτός δε έτραυματίσθη δια τάς αμαρτίας ημών καί έμαλακίσθη δια τάς ανομίας ημών, παιδεία ειρήνης ημών έπ' αυτόν, τω μώλωτι αύτού ημείς ίάθημεν. Πάντες ως πρόβατα έπλανήθημεν άνθρωπος τη όδώ αϋτού έπλανήθη, καί Κύριοςπαρέδωκεν αυτόν ταις άμαρτίαις ημών. Καί αυτός δια το κεκακώσθαι ουκ ανοίγει το στόμα αύτοΰ· ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη, καί ως αμνός εναντίον του κείραντος αυτόν άφωνος, ούτως ουκ ανοίγει το στόμααύτού. Εν τη ταπεινώσει αύτού ή κρίσις αυτού ήρθη· την δέ γενεάν αύτού τίς διηγήσεται; ότι αίρεται από της γης ή ζωή αύτού, από των ανομιών του λάου μου ήχθη εις θάνατον... ότι άνομίαν ουκ έποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αύτού... Δια τούτο αυτός κληρονομήσει πολλούς καί μετά των ισχυρών μεριεί σκύλα· άνθ'ων παρεδόθη εις θάνατον ή ψυχή αύτού, καί εν τοις άνόμοις έλογίσθη καί αυτός αμαρτίας πολλών άνήνεγκε, καί δια τάς ανομίας αυτών παρεδόθη». (Ήσ. νγ'. 3-9, 12).«Δια τοΰτο ηύφράνθη ή καρδία μου καί ήγαλλιάσατο ή γλωσσά μου- έτι δε καί ή σαρξ μου κατασκηνώσει έπ' έλπίδι· ότι ουκ εγκαταλείψεις την ψυχήν μου εις αδου, ουδέ δώσεις τον όσιόν σου ιδείν διαφθοράν».(Ψαλμ. ιέ . 6,10).
Ταύτα τα μεν υπέρ τα χίλια, τα δε υπέρ τα επτακόσια έτη προ της χριστιανικής εποχής γεγραμμένα, έκτοτε μέχρι δεύρο τάς Ιουδαϊκάς καί Χριστιανικάς Ιεράς Γραφάς άπαρτίζοντα, εισί προφητείαι διαγράφουσαι, ώσεί ήσαν αυτόχρημα ιστορία των γεγονότων προ ποδών του Σταυρού γραφείσαι, τα πάθη καί τον θάνατον του Χριστού, το ταπεινόφρον, το πράον. την θλΐψιν καί άγωνίαν Αύτού· ότι άπεδοκιμάσθη καί απερρίφθη υπό των Ιουδαίων ότι ούδένα έπειθε λέγων ότι καταπέπτωκεν υπό αλγεινής λύπης· ότι ήτο άτιμον καί άδοξον το πρόσωπον Αυτού παρά πάντας τους υιούς των ανθρώπων, καί ότι ταύτα πάντα υπέστη σιγών, καί μόνον υπέρ των παρανόμων αράς φωνήν, «πάτερ, άφες αύτοϊς· ου γαρ οιδασι τί ποιοϋσι». (Λουκ. κγ' 34)· εϊσίν επί λέξεως προλεχθέντα, άλλ'επίσης καί γεγονότα. Καί μόνη δε ή των εν ταίς Ίουδαϊκαίς Γραφαίς προφητειών τούτων περί της ταπεινότητας των παθών καί της έκκοπής έκβασις δείκνυσιν, ότι ούτος ην ό προσδοκώμένος Μεσσίας- αυτό δε τοτου Σταυρού σκάνδαλον πανδήμως μαρτυρεί περί του Ίησού· «Οτι ούτω γέγραπται καί ούτως έδει παθείν τον Χριστόν», όστις την υπέρ ημών πληρώσας οικονομίαν, έργω έξεπλήρωσεν, όσα πάλαι ό Θεός δια τωνπροφητών προανήγγειλε τοις άνθρώποις.Οι Ιουδαίοι, οι άγρυπνοι φύλακες των Γραφών, έσονται οί αιώνιοι μάρτυρες της άποκαλύψεως του Θεού καί της αληθείας των περί Μεσσίου προφητειών, καίτοι ήκιστα πιστοί καί εχθροί άσπονδοι του Μεσσίου.
Μιά πονεμένη χήρα μάνα βρίσκεται σ’ ἕνα νοσοκομεῖο μέ τό δίχρονο παιδάκι της νά χαροπαλεύει ἀπό λευχαιμία. Ὁ πόνος τῆς εἶναι μεγάλος, διότι ἤδη ἔχει χάσει ἄλλα δυό παιδιά, καί τώρα ἔβλεπε νά τῆς φεύγει καί τό τελευταῖο, τρίτο βλαστάρι της. Ὅσο περνοῦσαν οἱ ὧρες, τόσο καί πιό πολύ μεγάλωνε ἡ ἀπελπισία της.Ἦταν ἤδη 2:00 μετά τά μεσάνυκτα, ὅταν ὅλως ἐκτάκτως πέρασε ἀπό τό θάλαμο ὁ διευθυντής τοῦ τμήματος, νά δεῖ ἕνα διπλανό κοριτσάκι ‘’ἐπί πληρωμή’’ καί ἀπό παρόρμησι πρόσεξε καί τό δίχρονο παιδάκι τῆς χαροκαμένης ἐκείνης μάνας. Τό ἐξέτασε καί τῆς εἶπε: Λυπᾶμαι πολύ κυρία μου. Πάρε τό παιδάκι σου καί φύγε τώρα, γιά νά πεθάνη τουλάχιστον στήν ἀγκαλιά σου καί στό σπίτι σου.Σάν τό ἄκουσε αὐτό ἡ δύστυχη μάνα ἀπό τό στόμα τοῦ γιατροῦ, μέ λυγμούς, τύλιξε τό παιδάκι της μέ μία κουβερτούλα, τό ἕσφιξε στήν ἀγκαλιά της καί ἔφυγε τρέχοντας. Βγῆκε στό δρόμο… Παντοῦ ἐπικρατοῦσε ἐρημιά καί ἡσυχία. Τίποτα δέν κυκλοφοροῦσε.Σέ μία στροφή τοῦ δρόμου, βλέπει ξαφνικά μπροστά τῆς μία νεαρή σχετικά γυναίκα, περίπου 30 ἐτῶν. Μόλις εἶχε τελειώσει τή <δουλειά της>, ἦταν πόρνη.Μόλις ἔφθασε ἡ μάνα μπροστά της, τήν σταμάτησε καί τῆς ἔβαλε μέ βία τό παιδάκι τῆς μέσα στήν ἀγκαλιά της. Ταυτόχρονα, ἔπεσε στά πόδια της καί φώναξε: Σῶσε τό παιδί μου! Σῶσε τό παιδί μουουουου!!!Τά ἔχασε αὐτή! Πόρνη ἦταν, ἁμαρτωλή ἦταν, βυθισμένη στό βοῦρκο τῆς ἀκολασίας! Τί νά κάνει; Στά πόδια τῆς μία μάνα, στά χέρια τῆς ἕνα παιδί πού ἔσβηνε. Τό εἶδε ὅτι ἔσβηνε. Σήκωσε τά μάτια της στόν οὐρανό καί εἶπε μέ δυνατή φωνή: Τί προσευχή νά κάνω τώρα Θεέ μου; Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλή, ἐγώ εἶμαι πόρνη! Τώρα μόλις ;τελείωσα τήν δουλειά μου. Ἄν δέν μ’ ἀκοῦς ἐμένα –καί δέν θά μέ ἀκούσεις, βέβαια, γιατί εἶμαι ἁμαρτωλή- ἄκουσε τουλάχιστον αὐτή τή πονεμένη μάνα.Ἐκείνη τή στιγμή ἔγινε τό θαῦμα!!! Κατέβηκε ἕνα φῶς ἀπό τόν οὐρανό καί τό παιδί ἄνοιξε τά ματάκια του, φώναξε μανούλα μου; κι ἅπλωσε τά χεράκια του ἀγκαλιάζοντας τή πόρνη, γιατί νόμισε ὅτι αὐτή ἦταν ἡ μανούλα του. Πάρ’ τό τῆς εἶπε. Ὁ Θεός ἔκανε τό θαῦμα Του!Ὁ Θεός ἄκουσε τή προσευχή μίας ἁμαρτωλῆς, μίας πόρνης καί ὄχι τῆς μάνας! Αὐτό συντάραξε τά λιμνάζοντα ‘’νερά’’ στή ψυχή τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας, ὥστε μέ συντριβή καί μετάνοια, καί μέ ἐξομολόγηση, ὁριστικά πλέον ἄλλαξε τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας μέ τή νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Δόξα στό Ὄνομά σου, Κύριε!
ΙΕΡΑ ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΣΤΟ ΣΟΦΙΚΟ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣΟ ΓΕΡΩΝ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΜΑΚΡΗΣ (1911-2006)ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΚΟΤΣΙΟΜΗΤΗ ΙΑΤΡΟΥ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΕ ό λαός τον «Βασιλέα» καί Κύριο του να έρχεται καθισμένος πάνω σε πουλάρι όνου καί να είσοδεύει προς την Αγία Πόλη, γεγονός πού σαφέστατα προέβλεψε ό προφήτης Ζαχαρίας προ αιώνων, ξεχύθηκε με τα κλαδιά των φοινίκων στά χέρια κατά μήκος του δρόμου για ν' άνακράξει στο Σωτήρα:«Εύλογημένος καί δοξασμένος να'ναι ό ερχόμενος,ό απεσταλμένος από τον Κύριο ως αντιπρόσωπος Του»! Τον περίμενε, βέβαια, σαν κοσμικό λυτρωτή του Ισραήλ, αλλά τούτη ή ιαχή έμελλε να γίνει παιάνας καί δοξαστικό πλεγμένο προαιώνια στις ανθρώπινες καρδιές:ό ευχαριστήριος ύμνος κάθε ανθρώπινης πνοής για την άφατο συγκατάβαση καί βουλή του Θεού να πορευτεί εκούσια προς το πάθος για να μεταμορφώσει την πορεία κάθε «βροτείας» υπάρξεως καί να τη μεταθέσει «εκ γης προς ουρανόν».Τούτη την πορεία λειτουργικά βιώνοντας ή Εκκλησία γυρεύει από κάθε ανθρώπινη σάρκα κρατώντας την ανάσα της, να γίνει μέτοχος της για να υποδεχθεί τον Κύριο των κυρίων πού προσέρχεται να σφαγιασθεί θεληματικά και να προσφερθεί ως τροφή αθανασίας στους πιστούς:«Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία καί στήτω μετά φόβου καί τρόμου, καί μηδέν γήινον εν εαυτή λογιζέτω· ό γαρ Βασιλεύς των βασιλευόντων καί Κύριος των κυριευόντων προσέρχεται σφαγιασθήναι καί δοθήναι εις βρώσιν τοις πιστοίς...» (Χερουβικός ύμνος Μ. Σαββάτου).Εκούσιος θάνατοςΠολλές φορές ό Κύριος χρειάστηκε να ερμηνεύσει στους Μαθητές Του το γιατί ήλθε στον κόσμο: ήλθε όχι μόνο να διδάξει καί να «γνωρίσει» στους ανθρώπους το όνομα του Πατρός· ήλθε για να αποθάνει χάριν του κόσμου, υπακούοντας στην προαιώνια βουλή του Πατρός· ό θάνατος Του ήταν εκούσιος θάνατος·παραδόθηκε στο θάνατο—«παρέδωκεν εαυτόν» (Έφεσ.ε'25)— παραιτούμενος ολοκληρωτικά από κάθε τάση καί επιδίωξη φυσικής αύθυπαρξίας του κτιστού καί μεταθέτοντας το γεγονός της υπάρξεως καί της ζωής στη ΣΧΕΣΗ με τον Πατέρα, στην εγκατάλειψη Του στο θέλημα του Πατρός, στην παράδοση του «πνεύματος» Του «εις χείρας του Πατρός».Τα Πάθη Του τα προεφήτευσε ως ερχόμενα με εκείνο το φοβερό «πρέπον εστί» καί ότι «δεϊ» ή «έδει» να πάθει.Δεν είπε «πρόκειται», αλλά «πρέπει»:«Καί ήρξατο αυτούς διδάσκειν, ότι δεί τον Υϊόν του Άνθρωπου πολλά παθείν, καί άποδοκιμασθήναι από των πρεσβυτέρων καί των αρχιερέων καί των γραμματέων καί άποκτανθήναι, καί μετά τρεις ημέρας άναστήναι» (Μάρκ.η'31).'Οταν δε οι Μαθητές έταράσσοντο, με πολλή δύναμη τους ρωτούσε: «Ουχί ταύτα έδει παθεϊν τον Χριστόν καί είσελθείν είς την δόξαν Αυτού;» (Λουκ.κδ'26). Έπαθε ό Κύριος καί απέθανε,όχι γιατί δεν μπορούσε ν' αποφύγει τα Πάθη, αλλά γιατί θέλησε να πάθει.Ό ϊδιος «έθεσε» την ψυχή Του ως «έξουσίαν έχων» (Ίωάν.ι'18) καί «ηθέλησε» όχι μόνο με την έννοια ότι άφησε να ολοκληρωθεί πάνω Του όλο το δαιμονιώδες ξέσπασμα της αμαρτίας καί της αδικίας, αλλά «ηθέλησε» με την έννοια ότι άφησε και «ευδόκησε» καί «κατεδέξατο».Τα Πάθη Ταυ δεν ήταν επιταγή του αμαρτωλού κόσμου, ήταν επιταγή αγάπης του θεού, ήταν αποκάλυψη του προαιώνιου μυστηρίου της αγάπης καί της σοφίας του Θεού. Για τούτο στο Ευαγγέλιο γίνεται λόγος περί του Χρίστου ως αμνού «προεγνωσμένου προ καταβολής κόσμου» (Α' Πέτρου α' 19) καί «έσφαγμένου προ καταβολής κόσμου» ('Α-ποκ. ιγ' 8). Το θέλημα της αγάπης του Θεού ήταν να μεταποιήσει την αναγκαιότητα του θανάτου, πού επέβαλε στην καθολική φύση ή πτώση, σε επίσης καθολική δυνατότητα αφθαρσίας καί αθανασίας. Γι' αυτό Εκείνος αποδέχεται εκούσια το θάνατο, εντάσσοντας την έσχατη συνέπεια της ανταρσίας του ανθρώπου στην ελευθερία της αγάπης και υπακοής στο θέλημα του Πατρός. Ό άγιος Ειρηναίος διδάσκει ότι ή σωτηρία είναι νίκη κατά της φθοράς καί του θανάτου· δεν μπορούμε, υπογραμμίζει, άλλως πως να εννοήσουμε τη λύτρωση παρά «ως ένωση μας με την Αφθαρσία καί την Αθανασία», «ϊνα το φθαρτόν καταποθή υπό της αφθαρσίας». Ό Κύριος με το εκούσιο Πάθος Του επέτυχε να ζωοποιήσει τον άνθρωπο από το θάνατο, θα μας πεϊ ό Μ. Αθανάσιος, «τη της αναστάσεως χάριτι τον θάνατον αυτόν ως καλάμην από πυρός άφανίζων»! Τούτο σημαίνει ότι στο πρόσωπο του ασπίλου Αμνού του Θεού ή ανθρώπινη φύση αξιώθηκε στην ίδια σχέση ζωής με το Θεό πού έχει ό Υιός με τον Πατέρα, στην παραίτηση δηλαδή άπ' την αύτοζωή, τη σάρκινη ζωή, για να κατορθωθεί ή ζωή, για άντληση της ζωής όχι άπ'την κτιστή πραγματικότητα - φύση, αλλά άπ'τη ζωοπάροχο πλευρά Του.Εκούσιο Πάθος: Διακονία αρχιερατικήΚάθε φορά πού ή Εκκλησία τελεί την αναίμακτη Θυσία,με τη «Μεγάλη Είσοδο», την μεταφορά των Τιμίων Δώρων άπ'την Αγία Πρόθεση στο Θυσιαστήριο, «την από Βηθανίας προς την Ιερουσαλήμ δήλοι του Κυρίου εισέλευσιν» (Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως) καί οί πιστοί υποδεχόμαστε το Χριστό με ύμνους καί κλάδους δοξαστικούς «αϊροντα» την αμαρτία του κόσμου:«Μετά κλάδων νοητώς κεκαθαρμένοι τάς ψυχάς, ως οί Παίδες τον Χριστόν, άνευφημήσωμεν πιστώς,μεγαλοφώνως κραυγάζοντες τω Δεσπότη.Ευλογημένος ει Σωτήρ, ό εις τον κόσμον έλθών, του σώσαι τον Αδάμ εκ της αρχαίας αράς...Ό πάντα Λόγε, προς το συμφέρον οίκονομήσας δόξα Σοι» (Όρθρος Κυριακής Βαΐων). Καθομολογεϊται λειτουργικώς ότι ή ζωή του Χριστού μας ήταν μία φανέρωση αγάπης, ήταν ολάκερη ό Σταυρός, το δε Πάθος Του, το κορύφωμα του Σταυροϋ της αγάπης (Φιλάρετος Μόσχας).Ό Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή του περιγράφει το άπολΐίτρωτικό έργο του Θεανθρώπου ως «διακονία αρχιερατική», ως προσφορά θυσίας, ως θυσία αγάπης: «Χριστός ήγάπησεν ημάς καί παρέδωκεν εαυτόν υπέρ ημών προσφοράν καί θυσίαν τω Θεώ εις όσμήν εύωδίας» (Έφεσ. ε' 1).Ό Θεός με το «νοικοκυρεμένο σχέδιο Του» (Ν. Άρσένιεφ) «παρέδωσε το Γιο Του για να πεθάνει πάνω στο σταυρό, ένεκα της αγάπης Του για το ανθρώπινο πλάσμα Του. "Αν είχε κάτι ακόμα πιο πολύτιμο θα το είχε δώσει το ίδιο, για ν' αποκτήσει την ανθρωπότητα» (Ισαάκ ό Σύρος). Ή απεραντοσύνη της συγκαταβάσεώς Του έφτασε ώστε «καλοκάγαθα έκένωσε εαυτόν για να μας συνάξει στη φωλιά του Πατέρα» (Ειρηναίος)· ως γνήσιος έκπρόσωπος του ανθρώπινου γένους καί ως αληθινός Αρχιερέας πορεύεται εκούσια το δρόμο των Παθών για ν' άποκαταλλάξει, να συμφιλιώσει τα πάντα «εις αυτόν,ειρηνοποιήσας δια του αίματος του σταυρού αύτοϋ, δι' αύτοϋ είτε τα επί της γης είτε τα εν τοΐς ουρανοϊς»(Κολ.α'20).«Εκτείνοντας δε τα άγια χέρια Του επί του ξύλου, άπλωσε δύο φτερούγες, μία δεξιά καί μία αριστερά, προσκαλώντας όλους όσους πιστεύουν σ' Αυτόν καί σκεπάζοντας τους όπως ή όρνιθα τους νεοσσούς της» (Μάξιμος Όμολογητής).Άρχιμ. Θ. Άθαν.
Αξίζει, βέβαια, πάρα πολύ να αναφέρω κάτι, το όποιο μου έχει συμβεί στη γιορτή του Αγίου Χαραλάμπους, δεν θυμάμαι ακριβώς ποιά χρονιά ήταν! Ήθελα να επισκεφθώ, οπωσδήποτε, τον πατέρα Παΐσιο στο Θεαγένειο Νοσοκομείο και, βλέποντας, ξαφνικά, τον Γέροντα Μητροφάνη να μπαίνει στο Ναό του Αγίου Χαραλάμπους, πού είναι Μετόχι της Σιμωνόπετρας, είπα, τώρα, θα τον χρησιμοποιήσω ως «δόλωμα», για να μπορέσω να δώ τον πατέρα Παΐσιο, γιατί ή μοναχή -συνοδός του- δεν επέτρεπε σε κανέναν! Έτσι, έπειτα από κάποιες αντιρρήσεις του, με ταξί φτάσαμε, επιτέλους, στο Θεαγένειο και, βάζοντας τον σ' ένα καροτσάκι, πού κατέβασε τραυματιοφορέας του Νοσοκομείου, τον ανέβασα με το ασανσέρ, δεν θυμάμαι καλά, στον 4ο ή 5ο όροφο! Την ώρα εκείνη, έφερνε από το δωμάτιο του -πάλι σε καροτσάκι- ή μοναχή τον πατέρα Παΐσιο, για να τον πάη στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου. Στο μέσον του διαδρόμου συναντήθηκαν οι δύο Γέροντες κι ό ένας έβαλε τη μετάνοια του στον άλλο και σταματήσαμε! Τότε, λέει κάποια κυρία στον πατέρα Παΐσιο- «Γέροντα, αυτός είναι ό πατήρ Μητροφάνης». «Τον ξέρω-τον ξέρω» της λέει ό πατήρ Παΐσιος. Τότε, του λέει ό Γέροντας Μητροφάνης: «Ακούω, Γέροντα, θαυμαστά γεγονότα γύρω από το πρόσωπο σας!». Ο πατήρ Παΐσιος του άπαντα: «Λόγια του κόσμου είναι, Γέροντα, μην τα πιστεύετε!». Τότε, σηκώνει ψηλά τη φωνή ό Γέροντας Μητροφάνης και του λέει: «Άκου, Γέροντα, να φύγεις, να φύγεις, να φύγεις, τώρα αμέσως, για τον Ουρανό, γιατί από 'δώ δεν μας είσαι τόσο πολύ χρήσιμος, όσο θα μας είσαι, όταν ανέβης στον Ουρανό!». Κι έτσι,πριν χωρίσουν οι δύο Γέροντες,εγώ κατάφερα και πήρα δύο,τρεις,τέσσερις φορές την ευχή του πατρός Παϊσίου Ήθελα το Γέροντα Μητροφάνη να τον χρησιμοποιήσω ως «δόλωμα»,αλλά ως «καλό δόλωμα», και τα κατάφερα να πάρω όχι μόνο μια,αλλά πολλές ευχές από τον πατέρα Παΐσιο, χωρίς να μπορεί να με εμποδίσει ή γιατρός μοναχή και συνοδός του πατρός Παϊσίου και να ακούσω από το Γέροντα Μητροφάνη ότι «πιο πολλή παρρησία ενώπιον του Θεού θα είχε ό πατήρ Παΐσιος από τον Ουρανό!»
Γιατί αυτά χαρακτηρίζουν την οδόν της αρετής, η οποία ρυθμίζει, για την ενδεχόμενη πρόοδο εκείνου που την ασκεί, ώστε ούτε πολύ μακρυά να φαίνεται, για να μην προκαλέσει απροθυμία από το μακρύ χρονικό διάστημα, ούτε να περιμένει μέχρι να κατακτηθεί από αυτόν που την επιδιώκει, για να μην παύσει η προθυμία του πριν από το θάνατό του, αλλά να διατηρήσει σε όλη του την ζωή τον ζήλο του σε πλήρη ακμή, παρόλο που το τέλος της είναι απλησίαστο, και να ενθαρρύνει τη δύναμή του, με το να φαίνεται πάντοτε ότι βρίσκεται κοντά σ’ αυτό που είναι κατορθωτό, προκαλώντας τον σε όση πρόοδο επιτρέπει η φύση, και μετά από πολλές προσπάθειες να βρίσκεται αρκετά μακριά από την κατάληψή της. Ποιος όμως, αν και κατέλαβε κάθε προσπάθεια, δεν έμεινε μακρυά από τα όριά της? Και για να αποδειχθεί αυτό καθαρά, πρέπει να αναφέρουμε τα γνωρίσματα της πραγματικής αγάπης, η οποία είναι και ορθά ονομάζεται από την Αγία Γραφή εκπλήρωση του νόμου, επειδή περιλαμβάνει όλα τα μέρη της νομοθεσίας των καλών, διδάσκοντας τους ανθρώπους να ευεργετούν τον συνάνθρωπό τους και δεν τους επιτρέπει να τον αδικούν, ούτε να κάνουν κάτι αντίθετο σε αυτόν, και θέλει να συγχωρούν το κακό. 