Η Κασσιανή ή Κασσία, ή Εικασία έζησε στις αρχές-μέσα του 9ου αι..
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ του 805 και του 810 από πλούσια οικογένεια. Μεγαλώνοντας η ομορφιά και η εξυπνάδα της φαίνεται πως ήταν ξεχωριστές. Βυζαντινοί χρονικογράφοι αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογή νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο. Σ’ αυτήν, ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του προσφέροντάς της ένα χρυσό μήλο. Ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε λέγοντάς της «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» (άραγε, λοιπόν, από μια γυναίκα πήγασαν στον κόσμο τα κακά), αναφερόμενος στο προπατορικό αμάρτημα και τη συμμετοχή της Εύας. Η Κασσιανή απάντησε: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» (αλλά και από τη γυναίκα πηγάζουν και τα καλύτερα), αναφερόμενη στην Παναγία και τη μέσω αυτής ενσάρκωση του Χριστού. Εν τέλει, ο Θεόφιλος επέλεξε τη Θεοδώρα (τη μετέπειτα Αγία).
Το 843 ίδρυσε ένα ησυχαστήριο κοντά στα δυτικά τείχη της Κωνσταντινούπολης και έγινε η πρώτη ηγουμένη, διατηρώντας στενή σχέση με τη γειτονική Μονή του Στουδίου.
Υπήρξε μία από τους πρώτους συνθέτες και υμνογράφος του βυζαντινού μεσαίωνα, των οποίων τα έργα σώζονται και μπορούν να ερμηνευθούν. Σ’ αυτήν αποδίδονται 789 μη λειτουργικοί στίχοι-γνωμικά (π.χ. «Απεχθάνομαι τον πλούσιο άντρα που γκρινιάζει σαν να ήταν φτωχός.»), καθώς και 50 περίπου ύμνοι, ανάμεσα σ' αυτούς οι τέσσερις πρώτοι ειρμοί του Κανόνα του Μεγάλου Σαββάτου: «Κύματι θαλάσσης», «Σε τον επί υδάτων», «Την εν σταυρώ σου θείαν κένωσιν», «Θεοφανείας σου Χριστέ», το δοξαστικό του εσπερινού των Χριστουγέννων «Αύγουστου μοναρχήσαντος επί της γης» κ.ά. Ωστόσο, το πλέον γνωστό της ποίημα είναι το δοξαστικό από τα απόστιχα ιδιόμελα του όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης (ψάλλεται το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης):
Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.
Η μνήμη της τιμάται στις 7 Σεπτεμβρίου.
Σύμφωνα με την παράδοση, ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, συνεχίζοντας να είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το τροπάριο της όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως το μισοτελειωμένο ύμνο πάνω σε ένα τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. Ο Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή υπερηφάνειας έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη συνέχεια βρήκε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι και τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε ένα στίχο στον ύμνο. Σύμφωνα με την παράδοση ο στίχος αυτός ήταν «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.
Περισσότερα... »