(ή γιατί η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική)
Του Θανάση Τριαρίδη
1. Το περιστατικό είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα κρισιμότερα διανοητικά όρια της Ιστορίας (: της κανοναρχημένης μνήμης που συμφωνήσαμε να λογαριάζουμε για Ιστορία) – και καθώς αποτυπώθηκε και στην ταινία Γκάντι (1982) του Ρίτσαρντ Ατένμπορο είναι πλέον αρκετά γνωστό. Στα 1947, κι ενώ η Μεγάλη Βρετανία έχει αποσυρθεί από την κυριαρχία της στην Ινδία, στην αχανή χώρα έχει ξεσπάσει ο σπαρακτικός εμφύλιος ινδουιστών και μουσουλμάνων. Και οι δύο θρησκευτικές κοινότητες (έχοντας δομήσει την ύπαρξή τους στο θεμελιακό μίσος, την εξαγγελία του φόνου και τη μισαλλοδοξία που κάθε θρησκεία αναγγέλλει για τους πιστούς της) προχωρούν σε γενικευμένες σφαγές αμάχων με στόχο την αμφίπλευρη θρησκειοκάθαρση της Ινδίας (που εντέλει δικαιώθηκε καθώς κατέληξε στη δημιουργία δύο «καθαρών θρησκευτικά» κρατών, της Ινδίας και του Πακιστάν). Ο άνθρωπος που για δεκαετίες πρωτοστάτησε στον αγώνα της ανεξαρτησίας παραμένοντας ανυποχώρητος στο δόγμα τής μη βίαιης ανυπακοής και κάνοντας όλο τον κόσμο να στρέψει την προσοχή του στην Ινδία, ο Μαχάτμα Γκάντι, απελπισμένος, κηρύσσει στις 12 Ιανουαρίου του 1948 μια ακόμη μέχρι θανάτου απεργία πείνας ζητώντας να σταματήσει ο εμφύλιος. Ενώ η αποχή του από την τροφή διαρκεί και ο Γκάντι είναι κατάκοιτος, τον επισκέπτεται ένας ινδουιστής και του ζητάει κάτι σαν εξομολόγηση. «Οι μουσουλμάνοι σκότωσαν την οικογένειά μου, τα τρία παιδιά μου», του λέει κλαίγοντας. «Πήγα κι εγώ σε ένα μουσουλμανικό σπίτι και σκότωσα κι εγώ τρία παιδιά· έλιωσα το κεφάλι τους στον τοίχο». Ο (επίσης πιστός ινδουιστής) Γκάντι τού απαντάει ψιθυρίζοντας με δυσκολία: «Έχω για σένα μια διέξοδο: θα βρεις τρία παιδιά που σκοτώθηκαν οι γονείς τους και θα τα αγαπήσεις σα να ’ναι δικά σου. Και κάτι ακόμη: θα είναι παιδιά μουσουλμάνων και θα τα μεγαλώσεις ως μουσουλμάνους.»
Σκέφτομαι τούτη την πρόταση – ουσιαστικά τη στάση ζωής τού Γκάντι (την οποία, ως γνωστόν, πλήρωσε με τη ζωή του λίγες μέρες αργότερα). Άραγε όταν κανείς λιώνει κεφάλια παιδιών στον τοίχο, ποιο περιθώριο μπορεί να έχει για ζωή – και για τι είδους ζωή; Πώς μπορεί να μεγαλώσει τα παιδιά του άλλου σα να ήταν ο ίδιος άλλος; Κι αν ο κόσμος είναι ανυπόφορος και ακατανόητος, σε ποιον απομένει να μεγαλώσει τα ορφανά παιδιά της Ινδίας τού (άραγε πόσο μακρινού) 1948; Ποια είναι εντέλει εκείνα τα παιδιά; Ποιοι είμαστε εμείς;
Σε πείσμα της Ιστορίας (και της ομοιοκαταληξίας που καμώνεται την Ιστορία) ο Γκάντι επιμένει: Εμείς είμαστε αυτοί που μπορούμε να αλλάζουμε – και, ναι, ακόμη και κάποιος που έχει λιώσει κεφάλια μωρών στον τοίχο έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί τη βία, τον θάνατο, το στρατόπεδο που ο ίδιος εγκατέστησε μέσα και γύρω από την ύπαρξή του. Σύμφωνα με τη συλλογιστική του Ινδού ανθρωπιστή, όσο υπάρχουμε (: όσο ζούμε) έχουμε κάτι βαθύ ολόδικό μας που παραμένει πάντοτε στα χέρια μας: την πιθανότητα μιας απόφασης, με την οποία τα παιδιά του άλλου μπορούν να γίνουν δικά σου – εφόσον ο άλλος μπορεί να ζήσει μέσα σου. Ένας εβδομηνταεννιάχρονος γέροντας, σχεδόν ανήμπορος καν να μιλήσει, προσπαθεί να απαντήσει στον θάνατο που απλώνει, στον αλληλοτροφοδοτούμενο φόνο, στον κλιμακούμενο όλεθρο της διαλεκτικής – ουσιαστικά, με μόνο του όπλο την ίδια του τη ματαιότητα, αντιπροτείνει τη μικρή, δύσκολη, υπονομευμένη έως ανυπόφορη ζωή κόντρα στην αιώνια εξουσία της βίας. Κάποιος μπορεί να ονομάσει τούτη τη στάση ανιστορική – κάποιος άλλος μπορεί να τη λογαριάσει ως «λυρικό δεκανίκι της εξουσίας». Για μένα, για τη δική μου οπτική, είναι μια σπάνια ανθρώπινη κορυφή: μας υπενθυμίζει πως εντέλει υπάρχει κρατημένο μέσα μας ένα κομμάτι της ζωής που μπορεί να φτάσει μακρύτερα από τη βία.
Μιλούμε γι’ αυτό το κομμάτι ζωής – γι’ αυτή την ανθρώπινη πιθανότητα.
2. Η αλήθεια είναι πως η Ιστορία με τους απαίσιους νόμους της διδάσκει τη βία – τη μοιράζει στους σκυμμένους πιστούς της όπως ο παπάς το αντίδωρο στην εκκλησία. Οι άνθρωποι είναι ίσοι μα δεν ζούνε ως ίσοι (και η ανισότητα είναι φυσικά βία), η φύση βιάζεται (και ο βιασμός της φύσης είναι προφανής βία), το ένα τρίτο του πληθυσμού της γης πεινάει (και σαφώς δεν υπάρχει μεγαλύτερη βία από την πείνα), το 0,01% του πληθυσμού της γης κατέχει το 70% του παγκόσμιου πλούτου (και η φτώχεια των πολλών είναι καθολική βία), οι λογής εθνικοθρησκευτικοί πόλεμοι μαίνονται, οι απελπισμένοι μετανάστες οδηγούνται στο χαμό ή σε μια αβίωτη σκλαβιά. Οι άνθρωποι από αιώνες γυρεύουν απαντήσεις για την ανισότητα και για τη δυστυχία: πολλές από αυτές τις απαντήσεις μέσα στην ιστορία δομήθηκαν πάνω στη βία. Ωστόσο, η ίδια η ιστορία απέδειξε πως καμιά αντιπρόταση που δομήθηκε πάνω στη βία δεν οδήγησε σε οποιαδήποτε κοινωνική/δικαιωματική κατάκτηση ή πολιτική χειραφέτηση – ίσα-ίσα προσέφερε πρώτης τάξεως άλλοθι στην εξουσία, στην κλιμακούμενη αυθαιρεσία της και τους λογής ολοκληρωτισμούς της. Αυτό δεν είναι τυχαίο: κάθε πολιτική βία (και κάθε πολιτική επίκληση της βίας) είναι μονάχα εξουσία – και όσοι δηλώνουν «αντιεξουσιαστές» ομνύοντας στη βία είναι μοναχά φύλακες του στρατοπέδου, του δικού τους και των άλλων. Η μόνη αληθινή αντι-εξουσία είναι η ίδια η ζωή: ο αγώνας για τη ζωή διά της ζωής, ο αγώνας για αλληλεγγύη, ανθρώπινα δικαιώματα και δημιουργία, ο σεβασμός της ζωής δίχως εκπτώσεις, διαλεκτικές ζυγαριές, αξιώματα λογής -ισμών και το απαίσιο επιχείρημα πως υπάρχει ένας σκοπός που αγιάζει τα μέσα, εκείνο το ανυπόφορο Τιεν-αν-μεν-αλλά…
Για τη δική μου οπτική, η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική, όποια φενακισμένη ηθική τάξη (εθνική, θρησκευτική, φυλετική, πολιτική, κρατική, επαναστατική) και αν υπηρετεί, όποιον απάνθρωπο ύμνο κι αν τραγουδά, όποια απάνθρωπη σημαία κι αν ανεμίζει στο φλάμπουρό της (γιατί κάθε σημαία και κάθε ύμνος είναι ομολογίες απανθρωπιάς). Κάθε πολιτική πρόταση που θεωρεί τη βία αναγκαίο κακό προβλέπει για τους υποστηριχτές της την πειθαναγκαστική υποταγή στην κτηνωδία – και η λεγόμενη «αντιβία» πάντοτε υπηρέτησε και ενίσχυσε την πρωτεύουσα βία που υποτίθεται πως αντιμαχόταν. Καμιά αληθινά αντισυστημική αντιπρόταση δεν μπορεί να στηρίζεται στη βία, διότι κάθε πολιτική βία είναι μια βαθύτατη συστημική επιβεβαίωση. Ελευθερία εν τρόμω και εν φόνω δεν υφίσταται. Ούτε υπάρχουν »καλοί» και «κακοί» νεκροί: το αίμα είναι πάντοτε κηλίδα και ποτέ λεκές.
Διάφοροι, συνήθως προγραμματικά αγράμματοι, θεωρούν τη μη βία «ανιστορικό» πρόταγμα. Σύμφωνα με τη συλλογιστική τους, εξίσου «ανιστορικό» είναι και το πρόταγμα της μη εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό, ο Ερρίκος Ντινάν, ο Λέων Τολστόι, ο Μαχάτμα Γκάντι, ο Αλβέρτος Σβάιτσερ, η Σόφι Σολ, ο Πρίμο Λέβι, η Ζερμέν Τιγιόν, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ο Νέλσον Μαντέλα, ο Τζον Λένον, η Ρέιτσελ Κόρι, ο Χραντ Ντικ, οι αντιρρησίες συνείδησης, οι εθελοντές των ανθρωπιστικών οργανώσεων και χιλιάδες άλλοι μάς δίνουν με τη σκέψη τους και με τη ζωή τους μια σαφή αντιπρόταση στην αλληλοτροφοδοτούμενη κτηνωδία της βίας. Ο κόσμος, σε πείσμα των ομοιοκατάληκτων στίχων που μάθαμε να παπαγαλίζουμε, δεν προχωρεί πάντα με φωτιά και με μαχαίρι – προχωράει με την παιδεία, την επιστήμη, τη δημιουργία, την τέχνη, την κοινωνική συμμετοχή και αλληλεγγύη, τον έρωτα… Ο Ρουσό, ο Μότσαρτ, ο Βαν Γκογκ, ο Αλέξανδρος Φλέμινγκ ή ο Γεώργιος Παπανικολάου πάλεψαν για την ανθρωπότητα πολύ περισσότερο από τους λογής μεγαλοφονιάδες που θεώρησαν πως έχουν το δικαίωμα να «ελευθερώσουν» σκοτώνοντας και σφάζοντας. Και ο ήλιος για να γυρίσει δεν θέλει «νεκροί χιλιάδες να είναι στους τροχούς», μήτε «οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους». Κάποτε έρχεται η ώρα που μπορούμε να πούμε το αυτονόητο: πως ο ήλιος γυρίζει από μόνος του – και πως όλα τα υπόλοιπα είναι άλλοτε κούφια ταρατατζούμ εθνικών ποιητών κι άλλοτε λάβαρα εν δυνάμει φονιάδων.
3. Πολλοί βλέπουν αυτή τη συνολική άρνηση της πολιτικής βίας με σκεπτικισμό: αντιπαραθέτουν το επιχείρημα πως η πορεία του ανθρώπου μέσα στο χρόνο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη βία (κάθε είδους βία), πως είναι κυριολεκτικά συνυφασμένη μαζί της. «Εφόσον η βία», λένε, «είναι μια πυρηνική ανθρώπινη συμπεριφορά που όρισε τον ανθρώπινο πολιτισμό, είναι δυνατόν να υπάρξει ζωή και Ιστορία δίχως αυτήν; Μήπως το αίτημα για εξάλειψη της βίας δεν είναι παρά ένας διανοητικός γλωσσοδέτης που δεν μπορεί να βγάλει πουθενά;» Απαντώ: προφανώς η σύνδεση της ανθρώπινης κτηνωδίας με την Ιστορία είναι μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα – μα από πότε κάτι που συνέβη είναι ηθικά δικαιωμένο επειδή συνέβη; Και το Ολοκαύτωμα συνέβη, και η ατομική βόμβα στη Χιροσίμα συνέβη, και οι θρησκευτικοί πόλεμοι, και γενοκτονίες και σφαγές και κάθε είδους φρίκη συνέβησαν και συμβαίνουν – και, αλίμονο, θα συνεχίσουν να συμβαίνουν. Για ποιο λόγο το γεγονός ότι κάτι συμβαίνει σημαίνει πως οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι καλώς συμβαίνει, ότι πρέπει να συνεχίσει να συμβαίνει, ότι οφείλουμε να ομνύουμε σε αυτό, ότι δεν μπορούμε να προσπαθούμε να αλλάξει; Η ιστορία (με μικρό γιώτα και όχι Ιστορία με κεφαλαίο) είναι η μνήμη του παρελθόντος – δεν είναι ευαγγέλιο, δεν είναι οδηγία χρήσης για το μέλλον: σύμφωνα με αυτήν τη φριχτά ανορθολογική (και ακραία ανιστόρητη) συλλογιστική, εφόσον υπήρξαν οι δούλοι, θα έπρεπε να υπάρχουν για πάντα· εφόσον οι γυναίκες θεωρούνταν υποχείρια (ή και πράγματα), θα έπρεπε να παραμείνουν τέτοια· εφόσον υπήρξε η Ιερά Εξέταση, θα έπρεπε οι άνθρωποι να καίγονται αιωνίως στις φλόγες της.
Συνακόλουθα, ναι, η πολιτική βία είναι απόλυτα συνυφασμένη με την ιστορία, όπως απόλυτα συνυφασμένες με την ιστορία είναι και η δουλεία, οι σχέσεις εκμετάλλευσης, ο θρησκευτικός φανατισμός, ο πόλεμος, η μειονεκτική θέση της γυναίκας, η φτώχεια, η πείνα και πολλά άλλα. Δεν είναι, άρα, ανθρώπινο στοίχημα (στοίχημα του ανθρώπινου πολιτισμού) να πάψουν η πείνα, η φτώχεια, η δουλεία, οι σχέσεις εκμετάλλευσης, να σταματήσουν οι πόλεμοι, να καμφθεί ο θρησκευτικός φανατισμός – άρα και το να απεμπλακούμε από τη διανοητική και υλική κτηνωδία της πολιτικής βίας; Το έχω γράψει κι άλλοτε (με αφορμή τη σφαγή-εθνοκάθαρση της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο του 1821): η λογική της «σοφής Ιστορίας», που δικαιώνεται ηθικά μόνο και μόνο επειδή υπήρξε, είναι η λογική του τυφλού παραλόγου: και το Άουσβιτς υπήρξε, και η βόμβα στη Χιροσίμα επίσης, και ο βομβαρδισμός της Δρέσδης, και οι πυραμίδες του Ταμερλάνου, και οι Σταυροφορίες και η Ιερά Εξέταση… Θα αποδεχτούμε την κανονικοποίηση της ανθρώπινης κτηνωδίας επειδή συνέβη; Και αν ναι, τότε ποιον λόγο έχουμε να μιλούμε για το όποιο ανθρώπινο διακύβευμα που βρίσκεται στο κέντρο της πολιτικής αγωνίας μας – εντέλει του ανθρώπινου πολιτισμού;
Επομένως, εφόσον αποφασίζουμε να συζητήσουμε για την πολιτική βία (και δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε εύκολη μια τέτοια απόφαση), έχουμε να απαντήσουμε ένα αφετηριακό και απροσπέραστο ερώτημα (ο καθένας το απαντά για τον εαυτό του και ανάλογα με τον όποιο κώδικα πολιτικής ηθικής υιοθετεί): Υπάρχει κάποια μορφή πολιτικής βίας που είναι ηθικά αποδεκτή; Μπορούμε να διανοηθούμε κάποια μορφή πολιτικής βίας που ο σκοπός της μπορεί να ακυρώνει την απανθρωπιά της, τη στοχοθεσία της να σκλαβώσει τον άλλονε στην ισχύ και στον τρόμο της; Για τη συντριπτική πλειοψηφία η διαχρονική απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι η ακόλουθη: «Ναι, υπάρχει πολιτική βία που είναι (ή μπορεί να γίνει) αποδεκτή από μένα, αρκεί να υπηρετεί το Έθνος μου / τον Θεό μου / τη Φυλή μου / τον Πολιτικό Στόχο μου / το Κράτος μου / την Επανάστασή μου / τον Αγώνα μου / κάποιαν άλλη ηθική τάξη, σπουδαία και μοναδική…» Η προσωπική μου άποψη είναι πως η θέση αυτή, παρά τη μετριοπαθή της διατύπωση (επιγραμματικά λέγεται και «Τιεν-Αν-Μεν αλλά»), ουσιαστικά συνιστά μια καθολική αποδοχή της πολιτικής βίας, καθώς «η σπουδαία και μοναδική ηθική τάξη» είναι προφανώς διαφορετική για κάθε άνθρωπο: όταν είμαστε έτοιμοι να δικαιολογήσουμε έστω και ένα φόνο, χάνουμε το ηθικό επιχείρημα να καταγγείλουμε οποιονδήποτε άλλο φόνο – γιατί ο κάθε φονιάς μπορεί να επικαλεστεί μια δική του «σπουδαία και μοναδική ηθική τάξη» την οποία υπηρετεί διά του φόνου. Έτσι, η μόνη δυνατότητα άρνησης της βίας είναι η καθολική άρνηση του δόγματος που βρίσκεται στον πυρήνα τής (φαινομενικά μερικής) αποδοχής της: καμία ηθική τάξη (ούτε η δική μου ούτε κανενός άλλου), όσο σπουδαία και μοναδική κι αν νιώθω πως είναι, δεν μπορεί να δικαιώσει ή έστω να δικαιολογήσει την πολιτική βία, το φόνο, τον τρόμο, την κτηνωδία – εντέλει: την ήττα μας.
4. Κάθε φορά που επαναλαμβάνω τη θέση μου πως η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική, πέρα από την (μάλλον φιλοσοφικής διάστασης) ένσταση που περιγράφτηκε παραπάνω, προκύπτουν και δύο (συνήθως καλοπροαίρετα) κριτικά ερωτήματα που τρέφονται από τον ίδιο ομφάλιο λώρο – και τα οποία καταγράφω ευθύς αμέσως μαζί με έναν σύντομο δικό μου σχολιασμό (που φυσικά αποτυπώνει τη δική μου υποκειμενική οπτική). Το πρώτο από αυτά τα ερωτήματα, ενδεχομένως μεθοδολογικό, είναι το ακόλουθο: «Εφόσον ο φασισμός ως πολιτικό κίνημα γεννήθηκε μόλις τον 20ό αιώνα, δεν είναι ανιστόρητος αναχρονισμός να πεις “φασιστική” την πολιτική βία που υπάρχει από την πρώτη ώρα της ανθρώπινης Ιστορίας;» Το δεύτερο ερώτημα μοιάζει πρακτικό: «Ναι, η πολιτική βία είναι αποκρουστική – ωστόσο δεν είναι ορισμένες φορές απαραίτητη; Τι κάνεις με τους Ναζί, με τον Χίτλερ, με την Κου Κλουξ Κλαν ή τους Νότιους του Αμερικάνικου Εμφυλίου; Τι κάνεις με μια νεοναζιστική ομάδα που διακηρυγμένα σκοτώνει μετανάστες; Μήπως ο όρος “πάντοτε φασιστική” αυτοϋπονομεύεται;»
Απαντάω καταρχάς στο πρώτο ερώτημα – αυτό που αφορά τη χρήση του όρου: Ο φασισμός ως πολιτική πρακτική, πολιτικό πρόταγμα και πολιτική στάση φυσικά και δεν γεννήθηκε στον 20ό αιώνα – υπάρχει από την πρώτη ώρα της Ιστορίας, κυριαρχεί μέσα της και κανοναρχεί διαχρονικά την ανθρώπινη ηθική. Απλώς στον 20ό αιώνα ονομάστηκε φασισμός (και εκφράστηκε μέσα από το αντίστοιχο ομώνυμο ιταλικό πολιτικό κόμμα) ετούτη η πανάρχαια και εξακολουθητική συμπεριφορά κάθε εξουσίας: η στοχοθεσία τού να φτιάξουμε διά της βίας, του τρόμου και του παραδειγματικού φόνου έναν άνθρωπο (και δι’ αυτού μια ανθρωπότητα) ολοκληρωτικά υποταγμένον στον δικό μας ηθικοπολιτικό Κανόνα (και όποιον δεν συμμορφώνεται στον Κανόνα να τον ονομάζουμε ζωτικό εχθρό και να θεωρούμε πως το τέλος του είναι προϋπόθεση της ύπαρξής μας). Το να αρνούμαστε αυτή την πραγματικότητα και να επιμένουμε πως ο φασισμός είναι γέννημα του 20ού αιώνα είναι μια ψευτομεθοδολογική υποκρισία, ένα ανορθολογικό και οριακά αντιεπιστημονικό παιχνίδι με τις λέξεις που γεννάει τέρατα. Και η δουλεία ως όρος ανήκει στην ελληνική αρχαιότητα (και η λέξη σκλαβιά από όπου προκύπτει το αγγλικό slavery είναι γέννημα των χρόνων του Βυζαντίου) – μα αυτό τι σημαίνει, πως δεν υπήρχε δουλεία στην Αρχαία Αίγυπτο, στην Κίνα και στους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας, στους Μάγιας, στους Ίνκας, στους Αζτέκους ή όπου (παντού) αλλού;
Το δεύτερο ερώτημα είναι σαφώς πραγματικό – και γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο. Πράγματι έρχονται στιγμές που η χρήση βίας δείχνει μονόδρομος – τα παραδείγματα μιας συμμορίας που σκοτώνει μετανάστες ή μιας θρησκευτικής σέκτας που δολοφονεί όσους κατανοεί για «απίστους» είναι χαρακτηριστικά. Μα το κρίσιμο και σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι η βία να μην είναι πολιτική (να μην έχει κανένα ιδεολογικό/ερμηνευτικό πρόσημο), να μην ασκείται ποτέ κατά ιδεών και προθέσεων, αλλά κατά συντελούμενων πράξεων που συνιστούν ποινικά εγκλήματα – τα οποία προσπαθεί να αποτρέψει με τη μικρότερη δυνατή χρήση. Ουσιαστικά μιλούμε για μια κατάσταση σκληρών ορίων άμυνας που σε καμία περίπτωση δεν θα στρέφεται κατά των όποιων (αποκρουστικών για μένα, γοητευτικών για κάποιους άλλους) απόψεων (των ρατσιστών, των ναζιστών ή όποιων άλλων), απόψεων που είναι ιερές στο πλαίσιο της δημοκρατικής συνύπαρξης, αλλά ενάντια σε σαφείς εγκληματικές πράξεις που απειλούν τη ζωή και τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα… Αυτή η αποτρεπτική βία οφείλει να είναι πάντοτε η λιγότερη δυνατή και εκφράζεται μέσα από κοινωνικά θεσμισμένα και δημοκρατικά ελεγχόμενα όργανα (και τέτοιο θα έπρεπε να είναι η αστυνομία – και όχι ο προφανής βραχίονας της κρατικής καταστολής που είναι σήμερα) και σίγουρα όχι από αυτόκλητους σωτήρες που αυτοδικούν για τη δική τους υποκειμενική αλήθεια, διεκδικώντας να επιβάλουν τη δική τους σωτηρία ή τον δικό τους όλεθρο.
Αυτός είναι και ο λόγος που στο κείμενο αυτό (και σε όλα τα προηγούμενα αντίστοιχα) μιλάω για την πολιτική βία που είναι πάντοτε φασιστική – δηλαδή τη βία που έχει πολιτικό/ιδεολογικό κίνητρο και διαφορίζεται από τη βία ενός ληστή, ενός βιαστή ή ενός ψυχοπαθούς δολοφόνου, και αντίστοιχα διαφορίζεται από την αστυνομική βία που προϋποθέτει η αποτροπή ποινικών εγκλημάτων. Κάποιες φορές στο επίπεδο των αιτίων είναι σαφώς δύσκολη (ενδεχομένως αδύνατη) η διάκριση ανάμεσα στα όρια της βίας (ένας ληστής μπορεί να πεινάει – και η πείνα είναι πολιτική βία), ωστόσο η κρίσιμη διαφορά είναι στο επίπεδο του κινήτρου: ο ληστής κλέβει για να ζήσει (ή για να πλουτίσει) – ο πολιτικός δολοφόνος ή ο συμμετέχων σε ένα τάγμα εφόδου δολοφονεί και τρομοκρατεί αντίστοιχα για να παραδειγματίσει, να φοβίσει και να εξουσιάσει διά του φόβου που σκόρπισε. Η διαφορά (το ανήθικο ιδιωτικό όφελος του εαυτού από τη μια σε αντιδιαστολή με τον ηθικοποιητικό τρόμο τού άλλου) είναι σαφής.
Φυσικά, θεωρώ αυτονόητο το να υπογραμμίσω πως στη δική μου οπτική και αυτή η αποτρεπτική μη πολιτική βία (ακόμη κι αν ασκηθεί με όλες τις δημοκρατικές προϋποθέσεις) εξακολουθεί να παραμένει μια ανθρώπινη ήττα και μια προσχώρηση στην κτηνωδία. Το ότι σε κάποιες περιπτώσεις μοιάζει υποχρεωτική ή απαραίτητη δεν σημαίνει πως είναι ηθικά αποδεκτή ή πως ο αγώνας ενάντια και σε αυτήν τη βία δεν είναι ένα τεράστιο στοίχημα για την ίδια μας την ανθρωπιά. Αλίμονο αν αποδεχτούμε την αποτρεπτική βία ως ηθικό Κανόνα, αλίμονο αν δεν αναζητήσουμε (έστω, στο στήθος των πιο βαθιών ονείρων μας) μια ανθρωπότητα που θα κοιτάζει πέρα από αυτήν. Αλλά ο αγώνας αυτός προφανώς δεν γίνεται με το λοστάρι, με το πιστόλι και τη βόμβα – γίνεται με καθολική ανθρώπινη αλληλεγγύη, με αλληλοσεβασμό και παιδεία…
Κι εδώ θα ήθελα να σημειώσω και κάτι ακόμη, καθώς βλέπω τα ιδιαίτερα (συχνά επιθετικά) αντανακλαστικά που προκαλεί ο όρος φασιστικός/-κή/-κό που χρησιμοποιώ για να χαρακτηρίσουμε στάσεις και πρακτικές της ζωής μας. Νομίζω πως δεν πρέπει να μας τρομάζουν οι λέξεις – ο φόβος των λέξεων είναι χαρακτηριστικό της θεολογίας. Είναι προτιμότερο να μας τρομάζει ο εαυτός μας, οι πράξεις μας και οι σιωπές μας. Όλοι (ή σχεδόν όλοι) υιοθετήσαμε στη ζωή μας φασίζουσες συμπεριφορές πολιτικής βίας, όλοι χαϊδευτήκαμε με τον διαρκώς αναφυόμενο φασισμό. Κι εγώ, φυσικά, έχω ασκήσει στη ζωή μου βία – επιπλέον υπηρέτησα ως δυνάμει δολοφόνος στη φασιστική κτηνωδία του ελληνικού στρατού. Το να κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου για να καμωθώ τον άμεμπτο θα έδειχνε πως δεν έχω αντιληφθεί διόλου τη ματαιότητα του χρόνου μου… Ο φασισμός είναι κυρίαρχος στη ζωή μας και στην κουλτούρα μας – συχνά μοιάζει μονόδρομος: αρκεί να σκεφτούμε τους θεσμούς της οικογένειας και του σχολείου, την έννοια της παιδαγωγικής (η οποία από την ίδια της τη φύση είναι μια ανθρωποδιορθωτική διαδικασία διαμόρφωσης του άλλου), τη συναισθηματική βία και τους συναισθηματικούς εκβιασμούς, τη βία που ασυναίσθητα ή και ασυνείδητα ασκούμε έναντι της φύσης. Δεν έχουμε αρκετές και πειστικές απαντήσεις σε όλες αυτές τις εκφάνσεις τις βίας – αλλά τουλάχιστον μπορούμε να μιλούμε γι’ αυτές και για την απανθρωπιά που κουβαλάν, να τις αρνούμαστε ηθικά και πρακτικά όσο και όπως μπορούμε, να προσπαθούμε να φανταστούμε τη ζωή μας χωρίς αυτές – εντέλει να σταθούμε κριτικά απέναντι στον εαυτό μας και να αντισταθούμε στο φασισμό που κουβαλάμε μέσα μας.
5. Η μη βίαιη πολιτική διεκδίκηση είναι, κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη πολιτική κατάκτηση της Δύσης και της ανθρωπότητας. Μετά από πολλούς αιώνες όπου οι άνθρωποι υπέτασσαν τους ανθρώπους στην άποψή τους διά του σιδήρου ή διά της πυράς, ήρθε η ώρα που (τουλάχιστον σε επίπεδο θεσμικής πραγματικότητας) μπορούμε να διαμορφωνόμαστε διά της πειθούς (: της πειθούς με τα λόγια και με το έμπρακτο παράδειγμα) και όχι διά του φόβου – ουσιαστικά ήρθε η ώρα της δημοκρατίας. Μπορεί τούτη η δημοκρατία να διατρέχεται από χίλιες δυο στρεβλώσεις και θεμελιακές ανισότητες, μπορεί να υπάρχουν ισχυρότατοι εξουσιαστικοί μηχανισμοί κατασκευής πειθούς και συναίνεσης, ωστόσο η απάντηση σε όλα τούτα είναι ένας άλλος λόγος (λόγος πολιτικής ανυπακοής, δικαιωματικής αντίστασης, κοινωνικής αλληλεγγύης και έμπρακτης ανθρωπιάς) και όχι η καταφυγή στο νόμο εκείνου που έχει τον μεγαλύτερο πύραυλο, την ισχυρότερη βόμβα, το καλύτερο κανόνι, το πιο επιδέξιο τσεκούρι. Τα πολλά παραδείγματα που αναφέρθηκαν παραπάνω μάς δείχνουν πως άνθρωποι με μοναδικό όπλο το τρεμάμενο σώμα τους και την παλλόμενη καρδιά τους μπόρεσαν να αντισταθούν και να λυγίσουν τις πιο θηριώδεις ολοκληρωτικές τυραννίες των καιρών τους, δίχως να πειράξουν μήτε μια ανθρώπινη τρίχα, δίχως να τρομοκρατήσουν μήτε κουνούπι… Και τούτοι οι άνθρωποι, αγαπώντας και όχι μισώντας, κέρδισαν σημαντικά στοιχήματα ελευθερίας για λογαριασμό όλων μας…
Αντίθετα, όλες οι πολιτικές επαναστάσεις (δηλαδή τα βίαια πραξικοπήματα σεχταρισμένων μειονοτήτων που διαχρονικά έγιναν στο όνομα του «Λαού» και του «Ανθρώπου») είχαν ένα κύριο χαρακτηριστικό τους: την απανθρωπιά και τη σταδιακή προσχώρηση στην κτηνωδία. Έτσι, λογής μεγαλοφονιάδες (από τον Ροβεσπιέρο μέχρι τον Πολ Ποτ) εκμεταλλεύτηκαν μια λέξη με γοητευτικό θάμπος (: Επανάσταση) για να γίνουν εξουσιαστές στη θέση εξουσιαστών, να σφαγιάσουν σώματα και να αφανίσουν ανθρώπους, να σπείρουν τον τρόμο και την απελπισία, να στοιβιάξουν ντούμπες με πτώματα ονοματίζοντάς τες «προϋπόθεση της αγάπης» ή «παράπλευρες απώλειες» ή «αναγκαιότητα», να υπονομεύσουν καταστροφικά τα ζωτικά ανθρώπινα δικαιώματα και όχι να τα αναδείξουν όπως ισχυρίζονται παβλοφικά οι υποστηρικτές τους. Οι θιασώτες του επαναστατικού φαντασιακού λησμονούν με πρόθεση (δεν μπορεί να υπάρχει τόση βλακεία) πως όλα τα επαναστατικά καθεστώτα ήσαν τυραννικοί ολοκληρωτισμοί που καταργούσαν διαμιάς τα ανθρώπινα δικαιώματα, κήρυσσαν εκτός «νόμου» κάθε μορφή εκλογών, κατέπνιγαν διά του φόνου κάθε αντίθετη φωνή και απαγόρευαν ακόμη και την κυκλοφορία των ανθρώπων στους δρόμους. Οι ίδιοι άνθρωποι, με την ανάλογη χαριτωμένη ρητορική του παραλόγου, επίσης ξεχνούνε πως η εργατική νομοθεσία, η κοινωνική ασφάλιση, το δικαίωμα της σύνταξης, η ισότητα ανδρών και γυναικών, η ανεξιθρησκία, η κατάργηση της δουλείας και των φυλετικών διακρίσεων, η δημόσια δωρεάν υγεία και παιδεία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η αντίρρηση συνείδησης είναι γεννήματα του αστικού κόσμου, του αστικού πολιτισμού και της δημοκρατίας και προέκυψαν ως αιτήματα και ως (μερική έστω) εφαρμογή μέσα από τον διόλου άγονο αγώνα της αγάπης, της αλληλεγγύης, της θυσίας, της κοινωνικής συμμετοχής – και όχι με το φόνο, τον τρόμο και την εξαγγελία του θανάτου…
Σε όλα αυτά ακούω τον συνεχή αντίλογο: Με αυτά που λες ακυρώνεις όχι μόνο τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά ακόμη και τον Σπάρτακο και τον Τσε Γκεβάρα και την απόπειρα του Παναγούλη… Φυσικά δεν ακυρώνω τίποτε (εξάλλου τα ιστορικά γεγονότα δεν μπορούν να ακυρωθούν), αλλά σίγουρα κρατώ το δικαίωμα να τα βλέπω κάθε φόρα όσο πιο κριτικά μπορώ. Η Γαλλική Επανάσταση αποτελεί την παραδειγματική απόδειξη για το πώς η πολιτική βία που θα εναντιωθεί σε μια καταπιεστική και τυραννική εξουσία θα καταλήξει σε μια τυραννία πολύ χειρότερη από την εξουσία που υποτίθεται πως θέλησε να ανατρέψει. Η τρομοκρατία και οι γκιλοτίνες του Ροβεσπιέρου (και των συν αυτώ) ήταν ένα ολοκληρωτικό τέρας ντυμένο με ωραία λόγια και με την πορφύρα του αίματος, που υπονόμευσε ανεπανόρθωτα τις διαφωτιστικές αρχές, πάνω στις οποίες μόνον ρητορικά στηρίχτηκε. Δυστυχώς το επαναστατικό φαντασιακό για πολλές δεκαετίες του 20ού αιώνα αναγνώριζε (και αναγνωρίζει) στη γκιλοτίνα «την καθαρτήρια κόψη που εξαγνίζει το Μέλλον» – και διάφορες αντίστοιχες λυρικές όσο και φρικαλέες μπούρδες… (Και προφανώς είναι περιττό να μιλήσω εδώ για το κομμουνιστικό πραξικόπημα του Οκτωβρίου του 1917 στη Ρωσία, που ευφημίζεται ως «Οκτωβριανή Επανάσταση» και οδήγησε σε έναν από τους πιο απάνθρωπους ολοκληρωτισμούς της ιστορίας, ούτε για την ακόμη πιο εφιαλτική τυραννία που εγκαθίδρυσε στην Κίνα ο Μάο Τσε Τουνγκ υπό τον ψευδότιτλο «Κινέζικη Επανάσταση» – οι Κινέζοι ουδέποτε επαναστάτησαν, απλώς πέρασαν από τη μια σκλαβιά σε μιαν άλλη πολύ χειρότερη, περίπου απερίγραπτη ακόμη και με όρους επιστημονικής φαντασίας…)
Κάθε ανθρωποδιορθωτισμός έχει ανάγκη από μια μεγάλη αφήγηση τρόμου και από διάφορους παραδειγματικούς μαρτυρικούς «ήρωες» στους οποίους δίνει μεσσιανικές διαστάσεις. Το επαναστατικό φαντασιακό δεν εξαιρείται: έτσι δημιούργησε στον 19ο αιώνα και κυρίως στις αρχές του 20ού για τον Σπάρτακο (ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστορικό πρόσωπο για το οποίο οι ιστορικές πηγές είναι αντιφατικές) την εικόνα ενός «Μεσσία της Επανάστασης»: το κίνημα των Γερμανών Σπαρτακιστών, οι πολυάριθμες μυθιστορηματικές βιογραφίες και, κυρίως, η αριστουργηματική ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ μάς εγκλώβισαν σε μιαν απροσπέλαστη εικόνα (ποιος μπορεί να μη σημαδευτεί από την τελευταία σκηνή της ταινίας, όπου όλοι οι δούλοι, ο ένας μετά τον άλλον, φωνάζουν «Εγώ είμαι ο Σπάρτακος…»;) – μια εικόνα που ωστόσο πολύ λίγη σχέση έχει με την ιστορική πραγματικότητα. Ο Σπάρτακος ήταν ένας δούλος που δραπέτευσε κι έφτιαξε δικό του στρατό ενάντια στους Ρωμαίους: ουδέποτε έθεσε οποιοδήποτε κοινωνικό αίτημα στη διαδρομή του, η οποία εκφράστηκε αποκλειστικά μέσα από μάχες, σφαγές και λαφυραγωγία. Όλα δείχνουν πως υπήρξε πράγματι ένας εξαιρετικός στρατηγός απέναντι στις ρωμαϊκές λεγεώνες, μα είναι προφανές πως ο κεντρικός του προσανατολισμός ήταν να δημιουργήσει αξιόμαχο στρατό (δηλαδή: έναν στρατοπεδικό κόσμο) τον οποίο χρησιμοποίησε για να καταλάβει την εξουσία. Επίσης όλα δείχνουν πως την κρίσιμη ώρα της ισχύος του δεν επέλεξε την ελευθερία των αντρών του (δεν τους επέτρεψε να περάσουν τις Άλπεις και να γυρίσουν ελεύθεροι στις πατρίδες τους, αλλά θέλησε να τους εγκλωβίσει σε έναν συγκροτημένο στρατό και να βαδίσει προς τη Ρώμη), ούτε έθεσε το παραμικρό κοινωνικό αίτημα για την κατάργηση της δουλείας. Το ότι πολέμησε τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία των αιώνων και το ότι ο ίδιος και οι οπαδοί του υπέστησαν την κτηνωδία της παραδειγματικής σταύρωσης αρκούσαν στους θιασώτες της επαναστατικής θεωρίας για να τον τοποθετήσουν στο «Πάνθεον των Μαρτύρων» τους, δίχως να σκεφτούν ότι η αντίθεση σε μια κτηνωδία μπορεί να σημαίνει μιαν αντίστοιχη κτηνωδία (και οι Γαλάτες και οι Οστρογότθοι και πολλοί άλλοι πολέμησαν τους Ρωμαίους), αλλά και το ότι η ίδια η στρατιωτική πρακτική του Σπάρτακου δείχνει πως, εάν νικούσε, προφανώς θα ήταν ένας ακόμη εξουσιαστής, ενδεχομένως απαράλλακτος με τους Ρωμαίους… (Επιπλέον θυμίζω πως η δουλεία καταργήθηκε εξαιτίας του αστικού Διαφωτισμού –εξαιτίας του Ρουσό, ας πούμε– στον αστικό κόσμο του 18ου και του 19ου αιώνα…)
Ο Ερνέστο Γκεβάρα είναι προφανώς το απόλυτο μεσσιανικό πρότυπο του «επαναστάτη-μάρτυρα»· είχε ακόμη και φυσική ομοιότητα με τις απεικονίσεις του Χριστού και μαγματική γοητεία, ενώ η νεκρική φωτογραφία του τραβηγμένη από τους εκτελεστές του μοιάζει απελπιστικά με τον Αποκαθηλωμένο Ιησού του Μαντένια. Έτσι, τέσσερις δεκαετίες μετά τη δολοφονία του, είναι θρύλος και τραγούδι σε όλες τις γωνιές του κόσμου, ενώ στη Λατινική Αμερική –και όχι μόνο– λατρεύεται ως άγιος. Ωστόσο ο Γκεβάρα, σε αντίθεση με τον Σπάρτακο, για μια εξαετία περίπου βρέθηκε στην εξουσία και καταγράφτηκε η διόλου ανθρώπινη εξουσιαστική δράση του. Κι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε το πώς ένας ιδεαλιστής και αναμφίβολα ανθρωπιστής γιατρός, που γυρνούσε ως εθελοντής στα λεπροχώρια της Λατινικής Αμερικής, από την ώρα που αποδέχτηκε την πρακτική της ένοπλης βίας έγινε ένας δυνάμει εξουσιαστής. Η «Κουβανική Επανάσταση», όταν επικράτησε, εγκαθίδρυσε μιαν αδίστακτη ολοκληρωτική τυραννία με εκτελέσεις αντιφρονούντων και αποστέρηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μια τυραννία στην οποία ο Τσε όχι μόνο έστερξε αλλά και συνδιαμόρφωσε (το ότι διαφώνησε στη συνέχεια μάλλον είχε να κάνει με την ιδιοσυγκρασία του και όχι με πολιτική διαφωνία…). Αναμφίβολα η μυθιστορηματική ζωή του Γκεβάρα, ο εκρηκτικός διονυσιακός του χαρακτήρας, ο έντονος ερωτισμός που εξέπεμπε, ο αδιαμφισβήτητος ηρωισμός του, το σχεδόν αυτοθέλητο τέλος του και το ξαπλωμένο γυμνό κορμί του στα χέρια των δολοφόνων του τον έκαναν έναν από τους μεγαλύτερους μύθος του μεταπολεμικού κόσμου. Μα αν κανείς διαβάσει τα (σταλινικά) πολιτικά του κείμενα και κυρίως αν μελετήσει τα πολιτικά του πεπραγμένα στην Κούβα, θα δει πως ο αφετηριακός ιδεαλισμός και ανθρωπισμός του στην πράξη συνθλίφτηκε από τον επαναστατικό ολοκληρωτισμό, την ιερουργία της βίας και τη θεολογική γοητεία της βέβαιης «Σωτηρίας» που θα έρθει αν την πιστέψεις απόλυτα, αν δοθείς ολοκληρωτικά σε αυτήν.
Ο Αλέκος Παναγούλης δεν αποτελεί πρότυπο για το επαναστατικό φαντασιακό (εξάλλου ο ίδιος υπήρξε αγωνιστής και υπέρμαχος της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και εκλεγμένος βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου)· οι θιασώτες της επαναστατικής βίας τον χρησιμοποιούν αποκλειστικά και μόνο για να δικαιολογήσουν τις βόμβες «των συντρόφων τους»: «Και ο Παναγούλης έβαλε βόμβα για να σκοτώσει τον Παπαδόπουλο», λένε, «θεωρείς την πράξη του φασιστική;» Έχω γράψει αναλυτικά τη θέση μου για τον Παναγούλη (στο βιβλίο μου Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα, 2006, βλ. και
[www.triaridis.gr] και, ναι, φυσικά και θεωρώ την πράξη της πολιτικής δολοφονίας φασιστική, ανήθικη και, επιπλέον, πολιτικά άστοχη – θα έδινε στη Χούντα έναν μάρτυρα και θα άνοιγε το δρόμο σε ακόμη μεγαλύτερη καταστολή. Συνάμα θεωρώ τον Παναγούλη έναν από τους ήρωες της ζωής μου, όχι βέβαια για τη δολοφονική απόπειρα κατά του δικτάτορα Παπαδόπουλου τον Αύγουστο του 1968, αλλά για τη μετέπειτα στάση του απέναντι στο στρατοδικείο, για τον τρόπο που αντιμετώπισε τη θανατική του καταδίκη, για τον τρόπο που αντιμετώπισε τη φυλάκιση (που στην ουσία ήταν ένας πολύχρονος και κυριολεκτικός ενταφιασμός), τα βασανιστήρια και τον αδιάκοπο πόνο. Ζώντας επί πέντε χρόνια (1968-1973) έναν συνεχή και αδιανόητο εφιάλτη που δεν μπορεί να τον αντέξει άνθρωπος για περισσότερο από μια βδομάδα, ο Παναγούλης κατάφερε να επιστρατεύσει μια εσωτερική ορμή ζωής και ανθρωπιάς, και δι’ αυτής να κατισχύσει έναντι του μηχανισμού που πάσχισε να τον εκμηδενίσει. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Παναγούλης μεταδικτατορικά εναντιώθηκε στην εκτέλεση της θανατικής ποινής των πρωταίτιων της Χούντας (ανάμεσα σε αυτούς ήταν φυσικά και ο ίδιος ο Παπαδόπουλος) και συγχώρεσε τους βασανιστές του στη δίκη τους – ακριβώς γιατί είχε ζήσει το βυθό της βίας στην ίδια του την ύπαρξη. Μα όλη τούτη η ορμή της ζωής που παλεύει σπαρακτικά με τη βία (εσωτερική και εξωτερική) και περιγράφεται τόσο καίρια στο βιβλίο της Οριάνας Φαλάτσι (Ένας άντρας) είναι ψιλά γράμματα για όσους ψάχνουν στην απόπειρα του Παναγούλη τη δικαίωση του «επαναστατικού» τους τέρατος.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πόσο απουσιάζει (ή και ενοχοποιείται) η μη βία, η ανθρώπινη αλληλεγγύη και ο κοινωνικός αλληλοσεβασμός από τη συντριπτική πλειοψηφία της αυτοχαρακτηριζόμενης «αντι-συστημικής» και «αντιεξουσιαστικής» σκέψης στην Ελλάδα. Ενώ σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο η αντισυστημική σκέψη εδώ και δεκαετίες γύρεψε (και γυρεύει) μιαν άλλη οπτική για τις ανθρώπινες σχέσεις (την οικογένεια, τη σεξουαλικότητα, την ατομική ελευθερία, το περιβάλλον) κι ενώ αναζήτησε ουσιαστικά τον πασιφισμό, τη σεξουαλική ελευθερία, τον ερωτισμό, τη μη βία σε έναν κόσμο δίχως εξωτερικά και εσωτερικά σύνορα, στην Ελλάδα ο αυτοχαρακτηριζόμενος «αντιεξουσιαστής» λογαριάζει τον εαυτό του ως «στρατιώτη της Επανάστασης»: είναι η εικόνα ενός μπόντι μπίλντερ που αποδέχεται το χαρακτηρισμό «Αγωνιστής Πόλης» (διάβαζε: Τάγμα Εφόδου) κι είναι έτοιμος με το λοστάρι, τη μολότοφ και την κουκούλα να σπάσει, να πυρπολήσει, να φωνάξει «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι», να συκοφαντήσει ή και να δείρει όποιον «παλιό σύντροφο» διαταράξει την ενότητα της «επαναστατικής του βεβαιότητας» (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το τι υπέστη από τους δήθεν «αναρχικούς» ο Νικόλας Άσιμος επειδή δεν μπορούσε να ενταχτεί στο στρατοπεδικό τους όραμα – για να αναφερθώ μόνο σε έναν από τους αποδιοπομπαίους, που είναι νεκρός εδώ και 22 χρόνια…).
Όλη αυτή η αναντιστοιχία ανάγεται σε δυο ιδιαιτερότητες (: στρεβλώσεις) της ελληνικής κοινωνίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μια ιστορική και μια πολιτισμική. Η ιστορική ιδιαιτερότητα είναι προφανώς ο Εμφύλιος Πόλεμος της περιόδου 1946-1949 και οι απάνθρωποι μετεμφυλιακοί διωγμοί που εξαπέλυσε η παράταξη των νικητών – διωγμοί οι οποίοι κατέστησαν μέσα μας την ηττημένη Αριστερά ηθικά υπερέχουσα σε ιδεολογικό επίπεδο, αποφεύγοντας αυτιστικά να αναλογιστούμε σε βάθος πόσον ολοκληρωτισμό και πόσην απανθρωπιά καλλιέργησε μέσα της. Έτσι, όσοι δεν ήταν μέσα στον σκληρό πυρήνα των νικητών του Εμφυλίου εγκλωβίστηκαν στη λογική «του όπλου παρά πόδα», βρέθηκαν να πενθούν για τη Συμφωνία της Βάρκιζας και να ονειρεύονται, εκόντες-άκοντες, την ώρα που «θα πάρω το ντουφέκι μου, να κάνω μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες…» Ο τρόπος (η ζέση και το πάθος) με τον οποίο τραγουδιότανε και τραγουδιέται αυτό το φρικαλέο τραγούδι (Πότε θα κάνει ξαστεριά) στην πορεία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας είναι ενδεικτικός του ελληνικού «επαναστατικού» ονείρου.
Δίπλα στην πληγή του Εμφυλίου και τα αντανακλαστικά που γέννησε έρχεται να προστεθεί η νεοελληνική πολιτισμική ιδιαιτερότητα της προγραμματικής αγραμματοσύνης που συμπλέκεται μοναδικά με την αυτιστική αυτοκατάφαση. Στην Ελλάδα των δογμάτων του «Έθνους» και της «Ορθοδοξίας» ο κόσμος εκπαιδεύτηκε στο δογματισμό, τον τραμπουκισμό και τον διανοητικό αυτισμό: «Οι Έλληνες έχουμε στα κύτταρά μας την πρωτιά…» δήλωσε μια προφανώς και εντέλει αποδεδειγμένα ντοπαρισμένη Ελληνίδα αθλήτρια, εκφράζοντας όλον τον θρασύδειλο νεοελληνικό αυτισμό της αυτοκατάφασης. Την ώρα που οι νέοι Έλληνες φορούνε περικεφαλαίες στα γήπεδα νιώθοντας πως είναι απόγονοι του Αχιλλέα, εκατοντάδες λογοτεχνικά και φιλοσοφικά έργα αναφοράς του δυτικού κόσμου παρέμειναν και παραμένουν επί αιώνες αμετάφραστα ή απροσπέλαστα στα ελληνικά. Στη νεότερη Ελλάδα δεν υπάρχει καμία σύνδεση με την τεράστια πνευματική παράδοση της Αναγέννησης, που ουσιαστικά γεννά το Διαφωτισμό και φτιάχνει τον κόσμο όπως τον ξέρουμε, ενώ ολόκληρα λογοτεχνικά/καλλιτεχνικά είδη όπως η ερωτογραφία ή η επιστημονική φαντασία απουσιάζουν σχεδόν πλήρως· έτσι, ο ανορθολογισμός εγκαθίσταται ως πρωταρχικός άξονας της πολιτικής σκέψης. Μοιραία θα αναζητηθούν οι εύκολες λύσεις: και τι ευκολότερο από την κατασκευή ενός «κακού εχθρού» τον οποίο «εμείς οι καλοί» πολεμάμε;
Κάπως έτσι, το κτηνώδες επαναστατικό φαντασιακό της βίας και του τρόμου κυριαρχεί στην Ελλάδα σήμερα. Διάφοροι, που θεωρούν «αντι-εξουσία» να κυκλοφορούν με σιδερογροθιές και να πετάν μολότοφ, να δέρνουν, να τραμπουκίζουν και να τρομοκρατούν, είναι βέβαιοι πως ετοιμάζουν την «Επανάσταση» – κι εάν κάποιος τούς μιλήσει για τη μη βία και για την αξία της καθολικής ανθρώπινης αλληλεγγύης (για την αγάπη;) ονομάζεται «χριστιανός», «καθεστωτικός» ή «δεκανίκι του συστήματος»… Όσο είμαι σε θέση να παρακολουθήσω τις εκδηλώσεις και τις δράσεις από το Διαδίκτυο, εδώ και χρόνια δεν είδα μια εθελοντική αιμοδοσία σε κάποιο από τα «στέκια» και τις «καταλήψεις» – αντιθέτως είδα αμέτρητες πορείες υπό το φασιστικό σύνθημα της συλλογικής ευθύνης («Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι») και αμέτρητες άλλες για υποστήριξη ανθρώπων («συντρόφων») που βάζουν βόμβες (είναι οι λεγόμενοι «δικοί μας φονιάδες» που, σε αντίθεση με τους «φονιάδες των άλλων», είναι «καλοί και ηθικοί» – εξού και η εφιαλτική μούγγα που απλώθηκε όταν μια βόμβα διαμέλισε τον δεκαπεντάχρονο Χαμί Νατζάφι τον Μάρτιο του 2010). Μοιραία σε έναν τέτοιο κόσμο ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό, ο Λέων Τολστόι, ο Πολ Γκούντμαν, ο Τζον Λένον αγνοούνται –
Περισσότερα... »